KΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΛΟΥΚΑ, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Κατά Λουκάν, 10, 25-37 (10-11-2013)
πηγή: imconstantias.org.cy
Διακόνου Ανδρέα Παπαμιχαήλ, θεολόγου
Πρωτότυπο κείμενο
Καὶ ἰδοὺ νομικός τις ἀνέστη ἐκπειράζων αὐτὸν καὶ λέγων· Διδάσκαλε, τί
ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ἐν τῷ νόμῳ τί
γέγραπται; πῶς ἀναγινώσκεις; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν
Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης
τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς
σεαυτόν· εἶπε δὲ αὐτῷ· Ὀρθῶς ἀπεκρίθης· τοῦτο ποίει καὶ ζήσῃ. ὁ δὲ θέλων
δικαιοῦν ἑαυτὸν εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦν· Καὶ τίς ἐστί μου πλησίον;
ὑπολαβὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Ἄνθρωπός τις κατέβαινεν ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ εἰς
Ἰεριχὼ, καὶ λῃσταῖς περιέπεσεν· οἳ καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν καὶ πληγὰς
ἐπιθέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ τυγχάνοντα. κατὰ συγκυρίαν δὲ ἱερεύς
τις κατέβαινεν ἐν τῇ ὁδῷ ἐκείνῃ, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἀντιπαρῆλθεν. ὁμοίως δὲ
καὶ Λευῒτης γενόμενος κατὰ τὸν τόπον, ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ἀντιπαρῆλθε.
Σαμαρείτης δέ τις ὁδεύων ἦλθε κατ' αὐτὸν, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη,
καὶ προσελθὼν κατέδησε τὰ τραύματα αὐτοῦ ἐπιχέων ἔλαιον καὶ οἶνον,
ἐπιβιβάσας δὲ αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἴδιον κτῆνος ἤγαγεν αὐτὸν εἰς πανδοχεῖον καὶ
ἐπεμελήθη αὐτοῦ· καὶ ἐπὶ τὴν αὔριον ἐξελθὼν, ἐκβαλὼν δύο δηνάρια ἔδωκε
τῷ πανδοχεῖ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐπιμελήθητι αὐτοῦ, καὶ ὅ,τι ἂν
προσδαπανήσῃς, ἐγὼ ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαί με ἀποδώσω σοι. τίς οὖν τούτων τῶν
τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς; ὁ δὲ
εἶπεν· Ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ' αὐτοῦ. εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Πορεύου
καὶ σὺ ποίει ὁμοίως.
Απόδοση στη Νεοελληνική
Σηκώθηκε
τότε ξαφνικά ένας νομικός και θέλοντας να τον δοκιμάσει είπε: Δάσκαλε,
τι πρέπει να κάνω για να κληρονομήσω αιώνια ζωή; Kι ο Ιησούς του είπε:
Στο νόμο τι είναι γραμμένο; Τι διαβάζεις; Εκείνος αποκρίθηκε: Nα
αγαπήσεις τον Kύριο το Θεό σου με όλη την καρδιά σου και με όλη την ψυχή
σου και με όλη τη διάνοιά σου, κι επίσης τον πλησίον σου σαν τον εαυτό
σου. Τότε ο Ιησούς του είπε: Ορθά αποκρίθηκες. Αυτό να κάμνεις και θα
ζήσεις. Εκείνος όμως, θέλοντας να δικαιολογήσει τον εαυτό του, είπε στον
Ιησού: Kαι ποιος είναι ο πλησίον μου; Πήρε τότε αφορμή από αυτό ο
Ιησούς και είπε: Kάποιος κατέβαινε από την Iερουσαλήμ στην Iεριχώ. Έπεσε
όμως σε χέρια ληστών, οι οποίοι, αφού τον ξεγύμνωσαν και τον
καταπλήγωσαν, τον άφησαν μισοπεθαμένο κι έφυγαν. Kατά σύμπτωση, από το
δρόμο εκείνο κατέβαινε ένας ιερέας, και παρόλο που τον είδε, τον
προσπέρασε. Το ίδιο έκανε κι ένας Λευίτης, που παρουσιάστηκε στον τόπο
εκείνο. Αφού ήρθε και είδε, συνέχισε το δρόμο του χωρίς να προσφέρει
βοήθεια. Όμως ένας Σαμαρείτης ταξιδιώτης έφτασε κι αυτός στον τόπο που
ήταν ο πληγωμένος, και μόλις τον είδε τον σπλαχνίστηκε. Πήγε τότε κοντά
του και επέδεσε τα τραύματά του χύνοντας πάνω τους λάδι και κρασί.
Κατόπιν τον ανέβασε στο δικό του ζώο, τον πήγε σε ένα πανδοχείο και τον
περιποιήθηκε. Kαι την επόμενη μέρα βγήκε, κι αφού έβγαλε δυο δηνάρια, τα
έδωσε στον πανδοχέα και του είπε: Φρόντισέ τον κι ό,τι παραπάνω
ξοδέψεις, θα σου τα πληρώσω εγώ στην επιστροφή μου. Ποιος, λοιπόν, από
τους τρεις αυτούς, νομίζεις πως έγινε ο πλησίον εκείνου που έπεσε στους
ληστές; Kι εκείνος είπε: Αυτός που τον περιποιήθηκε με ευσπλαχνία. Τότε ο
Ιησούς του είπε: Πήγαινε και να κάνεις κι εσύ το ίδιο.
Σχολιασμός
Είναι σε όλους μας, λίγο ή πολύ, γνωστή η σημερινή ευαγγελική περικοπή
του «Καλού Σαμαρείτη», γι΄ αυτό και δεν θα προσπαθήσουμε να την
αναλύσουμε σχολαστικά. Θέτουμε όμως το ερώτημα: Προσπαθήσαμε κάποια φορά
να εξετάσουμε τον εαυτό μας με σκοπό να διαπιστώσουμε σε ποιό από τα
πρόσωπα της παραβολής ομοιάζουμε στην καθημερινή μας ζωή; Κι αν
προβαίναμε σε μια τέτοια αυτοκριτική, μήπως θα διαπιστώναμε ότι ένα
τραγικά μεγάλο ποσοστό από μας επιδεικνύει την ίδια εγκληματική
αδιαφορία και φιλαυτία με τον ιερέα και το λευίτη της παραβολής, αντί
της χωρίς όρια και με προσωπικό κόστος αγάπης του καλού Σαμαρείτη;
Ο
ιερεύς και ο λευίτης, άνθρωποι που ήθελαν να δείχνουν άμεμπτοι και
πιστοί τηρητές των εντολών του Θεού, προσπερνούν γρήγορα τον ημιθανή
Σαμαρείτη. Έθεσαν τη δική τους ασφάλεια από τους ληστές του
συγκεκριμένου εκείνου σημείου, πάνω από οτιδήποτε άλλο; Είχαν κάποια
επείγουσα δουλειά στο Ναό; Θεώρησαν νεκρό τον άτυχο οδοιπόρο;
Δικαιολογίες μπορούμε να εφεύρουμε πολλές. Σημασία έχει πως ούτε καν
σταμάτησαν για λίγο την πορεία τους.
Από
την άλλη ο Σαμαρείτης, που στην εποχή του Κυρίου θεωρείτο κάτι μισητό
και βδελυκτό, δεν υπολογίζει ούτε το χάσιμο ώρας από τις ιδιωτικές του
υποθέσεις, ούτε τα χρήσιμα για το ταξίδι του εφόδια, το λάδι και το
κρασί, ούτε το ότι εκείνος πεζός θα πορευόταν - αφού στο ζώο του φόρτωσε
τον τραυματία -, ούτε τη διάθεση αρκετών χρημάτων στο πανδοχείο, ούτε
για το ποιός ήταν ο ημιθανής κι αν ήταν ομοεθνής του.
Δυστυχώς,
μέσα στους έντονους ρυθμούς και το αδιάκοπο τρέξιμο της καθημερινότητάς
μας, δικαιολογούμε ευκαίρως και ακαίρως την αδιαφορία μας. Δεν έχουμε
ούτε μια στιγμή για τον άλλο, το διπλανό μας, το γείτονά μας. Κι
εντούτοις στα λόγια καυχόμαστε πως αγαπούμε το Θεό. Αν όμως η αγάπη προς
το Θεό και Πατέρα μας δεν συνοδεύεται με την αγάπη προς τους αδελφούς
μας, τότε είναι πραγματικά μια κούφια αγάπη. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης
αναφέρει: «Αν κάποιος πει ότι <<αγαπώ το Θεό>>, μισεί όμως
τον αδελφό του, είναι ψεύτης. Γιατί πραγματικά, αυτός που δεν αγαπάει
τον αδελφό του, τον οποίο βλέπει, πώς μπορεί να αγαπάει το Θεό, τον
οποίο δεν βλέπει;» (Α΄ Ιωάν. 4, 20). Εύστοχα είναι και κάποια σχόλια
του μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικολάου: «Αν δεν υπάρχει η
αγάπη που μας κάνει να κομματιαζόμαστε, γιατί ο διπλανός είναι ο
αδελφός, η εικόνα του Θεού, δεν θα μπορέσουμε να περάσουμε στο πρόσωπο
του Θεού. Από την εικόνα περνάμε στο πρωτότυπο. Από τον αδελφό στο Θεό.
Τον αδελφό έβαλε ο Θεός δίπλα μας, για να μας θυμίζει ότι η πόρτα της
σωτηρίας μας είναι η άσκηση της αγάπης. {...} Ο άλλος, ο πλησίον, είναι
κομμάτι μας, είναι παιδί και αδελφός του Χριστού, είναι ο ορατός Θεός
εκείνης της στιγμής, είναι η αφορμή για την έξοδο από τον εγωισμό μας,
είναι η ευκαιρία για τη συνάντηση με το Θεό μας...» (Μητροπολίτου
Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικολάου, Από το καθ’ ημέραν στο καθ’
ομοίωσιν, σ.167-168).
Η αρετή της αγάπης προς το συνάνθρωπό μας επιβάλλεται να μην εκδηλώνεται μόνο με λόγια –και έτσι να επαναπαυόμαστε-, αλλά να μετατρέπεται σε έργα και συγκεκριμένες πράξεις, αφού «αγάπη δε εστί ου ψιλά ρήματα, ουδέ προσρήσεις απλώς, αλλά προστασία καί δι’ έργων επίδειξις· οίον το πενίαν λύειν, το νοσούντι συναμύνειν, το κινδύνων απαλλάτειν, το εν περιστάσεσιν ούσι παρίστασθαι, το κλαίειν μετά κλαιόντων, τό χαίρειν μετά χαιρόντων» (Αγίου Νεκταρίου, Γνώθι Σεαυτόν, σ. 70).
Η αρετή της αγάπης προς το συνάνθρωπό μας επιβάλλεται να μην εκδηλώνεται μόνο με λόγια –και έτσι να επαναπαυόμαστε-, αλλά να μετατρέπεται σε έργα και συγκεκριμένες πράξεις, αφού «αγάπη δε εστί ου ψιλά ρήματα, ουδέ προσρήσεις απλώς, αλλά προστασία καί δι’ έργων επίδειξις· οίον το πενίαν λύειν, το νοσούντι συναμύνειν, το κινδύνων απαλλάτειν, το εν περιστάσεσιν ούσι παρίστασθαι, το κλαίειν μετά κλαιόντων, τό χαίρειν μετά χαιρόντων» (Αγίου Νεκταρίου, Γνώθι Σεαυτόν, σ. 70).
Δεν
πρέπει ποτέ να μας διαφεύγει ότι η αληθινή αγάπη δεν αφήνει κανένα που
να μην τον σκεπάσει. Δεν ξεχωρίζει αν κάποιος είναι εμπαθής ή απαθής,
δίκαιος ή άδικος, πλούσιος ή φτωχός, διάσημος ή άσημος. Δεν ξεχωρίζει
εκείνον που μας αδίκησε από εκείνον που μας ευεργέτησε, εκείνον που μας
θύμωσε από εκείνον που μας ευχαρίστησε. «Όλους τους πιστούς οφείλουμε να
τους βλέπουμε σαν ένα και να σκεπτόμαστε ότι στον καθένα απ’ αυτούς
είναι ο Χριστός. Και να έχουμε για τον καθένα τέτοια αγάπη, ώστε να
είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε για χάρη του και τη ζωή μας. Γιατί
οφείλουμε να μή λέμε, ούτε να θεωρούμε κανένα άνθρωπο κακό, αλλά όλους
να τους βλέπομε ως καλούς» (Αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου, Κεφάλαια
Θεολογικά και Πρακτικά §90).
Ο
απόστολος των Εθνών Παύλος, αναφέρει: « Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων
λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δέ μή έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον
αλαλάζον. και εαν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν
την γνώσιν, και εάν έχω την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μή
έχω, ουδέν ειμί. και εαν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντά μου, και εάν παραδώ
το σώμα μου ίνα καυθήσομαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι» (Α΄ Κορ.
13, 1-3). Άρα λοιπόν, οποιαδήποτε αρετή κι αν έχουμε, αν δεν είναι
«αλατισμένη» με την αγάπη, τότε δεν μπορεί να ονομάζεται αρετή. Ο
Γέροντας Πορφύριος υποδεικνύει: « Ό,τι κάνουμε, προσευχή, συμβουλή,
υπόδειξη, να το κάνουμε με αγάπη. Χωρίς αγάπη η προσευχή δεν ωφελεί, η
συμβουλή πληγώνει, η υπόδειξη βλάπτει και καταστρέφει τον άλλον, που
αισθάνεται αν τον αγαπάμε ή δεν τον αγαπάμε και αντιδρά αναλόγως. Αγάπη,
αγάπη, αγάπη!» (Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι, σ.
384).
Τελειώνοντας,
αξίζει να παραθέσουμε τον ύμνο της αγάπης, μέσα στον οποίο συνοψίζονται
τα ιδιώματα της θείας αυτής αρετής: «Εκείνος που αγαπά έχει μακροθυμία,
έχει και καλοσύνη· εκείνος που αγαπάει δε ζηλοφθονεί· εκείνος που
αγαπάει δεν κομπάζει ούτε υπερηφανεύεται, είναι ευπρεπής, δεν είναι
εγωιστής ούτε ευερέθιστος· ξεχνάει το κακό που του έχουν κάνει, δε
χαίρεται για το στραβό που γίνεται, αλλά μετέχει στη χαρά για το σωστό.
Εκείνος που αγαπά, όλα τα ανέχεται· σε όλα εμπιστεύεται, για όλα
ελπίζει, όλα τα υπομένει» (Α΄ Κορ. 13, 4-7).
πηγή: imconstantias.org.cy
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου