Ρένος Κωνσταντίνου, θεολόγος
Όταν κάποιος δανείζει χρήματα με τόκο σε κάποιον άλλον, τότε έχουμε τοκισμό, «τοκίζειν, δανείζειν χρήματα επί τόκω». Όπως και το ρήμα έτσι και το ουσιαστικό τόκος προέρχονται από το ελληνικό ρήμα «τίκτω, τίκτειν» που σημαίνει τοκετός, γέννα. Η μεταφορική χρήση του όρου σημαίνει «το κέρδος όπερ φέρουσι τα δανεισθέντα χρήματα, κοινώς διάφορο». Ενώ ο Σαίξπηρ περιγράφει τον όρο λέγοντας «take a breed of barren metal», δηλαδή «κάμνω να γεννήση άγονον μέταλλον». [1]

