6 Μαρτίου 2018
Εννενήντα
πέντε χρόνια δεν είδα άνθρωπο, μήτε αγρίμι, μήτε πουλί, μήτε ψωμί
έφαγα, μήτε ντύθηκα με ρούχο. Τριάντα χρόνια έζησα με πολλή στενοχώρια,
με πείνα και με δίψα και με παγίδες του διαβόλου. Έφαγα, τέκνον μου,
χώμα από την πολλήν την πείνα, και από την πολλή την δίψα ήπια νερό της
θάλασσας. Είκοσι χρόνια ήμουνα γυμνός, ως ο Αδάμ. Τα δαιμόνια με σέρνανε
να με ρίξουνε στη θάλασσα και φωνάζανε: «Φεύγα από τον τόπο μας
καλόγερε. Από την αρχή του κόσμου δεν ήρθε άνθρωπος σε τούτο το μέρος
και συ πως αποκότησες και ήρθες;». Και εγώ καρτέρησα είκοσι χρόνια
πεινασμένος και γυμνός. Και η ευσπλαχνία του Κυρίου έκανε κι αλλάξανε τα
φυσικά του κορμιού και φυτρώσανε τρίχες σ’ όλο το κορμί μου. Κι’ ένας
άγγελος μού έφερνε να φάγω, κι’ έβλεπα τους Αγγέλους να κατεβαίνουνε
κοντά μου, και θωρούσα την Βασιλείαν των Ουρανών και τα Μοναστήρια, που
κάθονται οι ψυχές των Αγίων.

.jpg)