Κατηγορίες αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

ΜΑΡΤΙΟΣ 9. ΑΓΙΟΙ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΧΡΙΣΤΟΣ & ΠΑΝΑΓΗΣ ΕΝ ΓΑΣΤΟΥΝΗ ΒΙΟΣ

ΜΑΡΤΙΟΣ 9.

ΧΡΙΣΤΟΣ & ΠΑΝΑΓΗΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΓΑΣΤΟΥΝΗΣ

ΒΙΟΣ

(Τὸ ἀρχαῖο κείμενο εὑρίσκεται εἰς τὸ βιβλίο· Ἰωάννου Χατζή: Ἀκολουθία καὶ Συναξάριο τῶν Νεομαρτύρων Χρίστου καὶ Πανάγου τῶν ἐκ Γαστούνης, Ἐκδ. Κάλαμος, Ἀθήνα, 2005)

(Η μεταφορά εις τὴν καθομιλουμένη, ο διαχωρισμός σε κεφάλαια και οι τίτλοι των, έγιναν υπό του διαχειριστού του ιστολογίου)

  https://vatopaidi.files.wordpress.com/2010/03/cf83ceaccf81cf89cf83ceb70001.jpg

1.ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Α. Στον πόλεμο, οι πιο δυνατοί στρατιώτες του βασιλέως, όταν συναντηθούν με τα αντίπαλα στρατεύματα, δεν βλέπουν τίποτα άλλο με τον νου τους παρά μόνο τους εχθρούς και πως να τους πολεμήσουν. Και τότε οι στρατιώτες, για να φανεί του καθενός η δύναμη και η ορμή του, δεν κάθονται στα μετόπισθεν φοβισμένοι και άνανδροι, ούτε κοιτάνε να φύγουν, αλλά τρέχουν χαρούμενοι και πρόθυμοι να κινδυνεύσουν και να χύσουν με ευχαρίστηση το αίμα τους. Μέσα στην μάχη, ακόμα και ο πιο ηλικιωμένος στρατιώτης, ξεχνά την αδυναμία της ηλικίας του, δυναμώνεται από την υπακοή στον βασιλιά του και με πολύ θράσος, τόλμη και αποκοτιά βάνει την γλυκιά ζωή του σε κίνδυνο· καθώς, διψά συνεχώς τὸν θάνατο. Και άλλος μπαίνει στο μέσο των εχθρών με ρωμαλεότητα και τους νικά· άλλος, με αγαλλίαση, τους σφάζει με δίστομο μαχαίρα, κόβει τα κεφάλια τους, τρυπά τα χέρια και τα πόδια τους, διασκορπίζει μέλη του σώματός τους· και ἄλλος, μπήγει τροχισμένο σπαθί στην καρδιά τους, τους πατάει με το άλογό του και ως ανήμερος λύκος τους καταξεσχίζει και τους διασκορπίζει. Με αυτό τον πολύ δύσκολο και επικίνδυνο τρόπο παίρνουν τα τρόπαια της νίκης. Τότε, ὁ βασιλιάς, κάθεται στο χρυσό θρόνο του κρατώντας χρυσό στεφάνι με το δεξί του χέρι για να στεφανώσει χαρούμενος τον στρατιώτη εκείνο που αρίστευσε πιο πολύ από τους άλλους. Και σε άλλους δίνει χρυσάφι, σε άλλους πολύτιμα ρούχα, σε άλλους δόξα και ευημερία και ότι άλλο ωφέλιμο και καλό κρίνει ο βασιλιάς.   

Β. Κατά τον ίδιο τρόπο χριστιανοί μου, ανταποδίδει τις αμοιβές ο μέγας Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ Ποιητὴς τῶν ἁπάντων, Χριστός. Ἐπὶ τῶν Χερουβὶμ καθεζόμενος, παραστέκει ἀοράτως ὡς πανταχοῦ παρών, καὶ τὰ πάντα πληρών, και στεφανώνει όσους νικούν τους εχθρούς της αληθείας· την σάρκα, τον κόσμο και προπαντός τον διάβολον. Τους στεφανώνει, όχι με στεφάνι από άνθη, που μαραίνονται αμέσως· αλλά, με στεφάνι αστερόπλεκτο και αμάραντο στους αιώνες. Δεν ανταμείβει με πλούτο άπειρο, που στην ουσία είναι ποδοπατημένος και άχρηστος πηλός· αλλά με ουράνιο πλούτο, μέσα στον άπειρο, αθάνατο και ατελεύτητο αιώνα Του. Δεν δίνει τιμή, δόξα και μεγαλοπρέπεια μέσα σε αυτόν τον φθαρτό κόσμο, όπου μετά από λίγο καιρό φθείρεται και φεύγει σαν τον καπνό και το όνειρο· αλλά, την ουράνια εκείνη δόξα, την άρρητη και ανερμήνευτη. Δεν τους ντύνει με χρυσά σκήπτρα, ή μαργαριταρόχρυσα ρούχα για να φαίνονται μέσα στο φως λαμπεροί· αλλά τους δίνει το απρόσιτο εκείνο και αστραπόμορφο φως της θείας μακαριότητος. Και δεν τους δίνει για συνοδεία ανθρώπους, που επαινούν φανερά αλλά μπορεί να κατακρίνουν κρυφά· αλλά δίνει για συνοδεία, τους χορούς των Αγγέλων, τις τάξεις των Αρχαγγέλων, τα πολυόμματα Χερουβίμ και τα εξαπτέρυγα Σεραφίμ. Και γενικά, συνελόντως ειπείν, ο Θεός δίνει, όλα εκείνα τα πανευφρόσυνα, ανεκλάλητα και ανερμήνευτα αγαθά, ἃ ἡτοίμασεν τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν (Α΄ Κορ. 2.9). Ιδίως δέ, σε όσους με ανδρεία ψυχής καταφρόνησαν τον φθαρτόν και μάταιον ετούτον κόσμο, και έχυσαν το αίμα τους για την αγάπη του ὑπὲρ ἡμῶν ἑκουσίως σταυρωθέντος Χριστοῦ. Μάλιστα, αυτή την πανευφρόσυνον δόξα και την άρρητη αγαλλίαση που λαμβάνουν οι Μάρτυρες στην μακαριότητα του Παραδείσου, δεν δύναται να περιγράψει οὔτε ὁ ρητορικός ετούτος κάλαμος, ούτε γλώσσα ανθρώπων μπορεί να διηγηθεί καταλεπτώς.

Πόσο μάλιστα, για τους ευφημουμένους Αγίους, τον Χρίστο και τον Παναγή· οι οποίοι έλαμψαν με το μαρτυρικό τους αγώνα, φάνηκαν πύργοι αμετακίνητοι της ευσεβείας, και δεν σαλεύθηκε καθόλου η σταθερότητα της αγάπης τους προς τον Χριστόν. Αυτοί, ανεδείχθησαν λύχνοι φωτεινόμορφοι, όπου μέσα στο σκοτάδι της ασεβείας έλαμψαν πιο πολύ και από τον ήλιο· και στρατιώτες μεγαλοψύχοι, ἐπιθυμώντας να μην έχουν μόνο το ένα και μοναδικό κορμί τους, αλλά και πολλά άλλα για να αντισταθούν άλλες τόσες φορές απέναντι των ασεβών. Όπως, ο μυθικός εκείνος ο Άργος, που είχε 2 ζευγάρια μάτια, ένα που κοίταγε προς τα μπρος και ένα προς τα πίσω και προστάτευε τους αδύναμους συμπατριώτες του· έτσι και αυτοί, είχαν τόσα μάτια, όσες και οι πληγές που έλαβαν για να προστατεύσουν την πίστη. Όπως εκείνος ο μυθικός γίγαντας ο Βριαρός, είχε εκατό χέρια· έτσι και αυτοί, σαν να είχαν εκατό χέρια πολέμησαν την ασέβεια και στο τέλος, ραντισμένοι με το ίδιο τους το αίμα πέταξαν χαρούμενοι προς τις τάξεις των ουρανών και τα κάλλη του Παραδείσου.

Αυτών λοιπόν τους αγώνας και το μαρτύριο, αν και αμαθής, βούλομαι να διηγηθώ· και ας προσέχετε, για να επευφημήσετε περισσότερο τους Αγίου, όπου πρόθυμα έχυσαν το αίμα τους για την αγάπη του Χριστού. Να δοξάσετε και τον Θεόν, που έδωσε σε αυτούς, τόση ανδρεία και δύναμη.


 

2. Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΕΖΗΣΑΝ ΟΙ ΑΓΙΟΙ

Γ. Ας τοποθετηθούμε νοερά, αδελφοί, τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, που η Θεία Πρόνοια παραχώρησε, λόγω του πλήθους των αμαρτιών μας, να χυθεί πολύ αίμα χριστιανών, να κουρσευθεί η Κωνσταντινούπολη από τους Οθωμανούς, και να πάρουν αυτοί τα σκήπτρα της βασιλείας από τους Ορθοδόξους και να γίνουν κύριοι και εξουσιαστές τους. Δεν ευχαριστήθηκαν όμως, μόνο σε αυτό, αλλά έτρεξαν με πολλή ορμή σε κάθε πόλη και χώρα, αλλού με πολλούς και τρομερούς πολέμους, αλλού με φοβερισμούς και απειλές, έως ότου να υποτάξουν κάθε αρχή και εξουσία. Και έφτασαν μέχρι και αυτή την Πελοπόννησον, την επικαλουμένη βαρβαρικώς Μωρέα ή Μωριά. Είχαν πολύ πόθο να αυξηθεί και μεγαλώσει η πλανεμένη θρησκεία τους, αλλά δεν τολμούσαν να εξαπολύσουν μεγάλο διωγμό κατά των Ορθοδόξων, και τους βασανίζουν όπως οι παλιοί ειδωλολάτρες και εθνικούς, για να μην φανούν πως είναι απειθείς προς τον δάσκαλο και νομοθέτη τους, που επιτάσσει την ανοχή προς τους λαούς της Βίβλου. Όμως, επινόησαν άλλον ολέθριο τρόπο για να τους αφανίσουν· να τους επιβάλλουν βαρείς και αβάσταχτους φόρους και χαράτσια, με αποτέλεσμα να τους παίρνουν όλον σχεδόν τον κόπο τους. Δυσκολευόμενοι λοιπόν, αφάνταστα οι χριστιανοί, αναγκάζονταν πολλοί από αυτούς να προσέρχονταν με την θέλησή τους στην μουσουλμανική θρησκεία. Και δυστυχώς, αρνούνταν τον αληθινό Θεόν, τον Κύριον μας Ιησού Χριστό, τον Σωτήρα και Οδηγό όλης της ανθρωπότητας, και πίστευαν τον πλανεμένο Μωάμεθ ως προφήτη θεού και απόστολο· τον δε Χριστό, όχι ως Θεόν και Ποιητήν των απάντων, αλλά ως έναν μεγάλο άνδρα, ή ως άγιο, ή ως έναν των προφητών, που ούτε έπαθε, ούτε σταυρώθηκε, ούτε τάφηκε, ούτε αναστήθηκε. Και άλλες πολλές βλασφημίες και άπρεπα λόγια θεωρούσαν· τα αφήνω όμως, αφενός για την συντομία του λόγου, αφετέρου για να μην μολύνω τον αέρα με αυτές τις βλασφημίες εναντίον του Θεού και Σωτήρα μας.

Δ. Όπως είπαμε και πιο πάνω, πολλοί χριστιανοί, είτε δυσκολευόμενοι από τους αβάσταχτους φόρους των κατακτητών, είτε και από κακοτροπία τους και μη φοβούμενοι τον Θεό, παραδόθηκαν στον σατανά, και, αλλοίμονο!, αρνήθηκαν τον Κύριο Ιησού και Βασιλέα της κτίσεως και συντάχθηκαν με τον απατεώνα διάβολο. Έτσι έπραξαν και οι πατέρες των εορταζομένων Αγίων, και έγιναν Οθωμανοί και αρνήθηκαν την ευσέβεια.

Ε. Οι Οθωμανοί όμως, δεν αρκέστηκαν μόνο στην κατάληψη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, αλλά, ύστερα από πολύ καιρό, θέλησαν να κατακτήσουν και τα δυτικές περιοχές της Ευρώπης και ιδίως αυτές που εξουσιάζονταν από τον αυτοκράτορα των Γερμανών. Όμως, αυτά, δεν ήταν προορισμένα εκ Θεού να τα κατακτήσουν. Για αυτό συνετρίβη το ιππικό τους, και καταδαμάστηκε η άκρατος υπερηφάνεια και έπαρση. Εκείνη λοιπόν την περίοδο, που ήταν αποδυναμωμένοι οι Οθωμανοί, βρήκαν ευκαιρία οι Ενετοί, εκστράτευσαν κατά της Πελοποννήσου· και με πολλούς κόπους και περισσότερα αίματα, έδιωξαν τους βαρβάρους από τα μέρη εκείνα. Αφού λοιπόν, οι άρχοντες των Ενετών, κατέλαβαν όλα τα κάστρα και πήραν υπό την εξουσία τους και τον υπόλοιπο τό, διέταξαν να παύσει πλέον η ψευδοθρησκεία του Μωάμεθ και μόνο η πίστη των χριστιανῶν να κηρύττεται. Και αν απέμεινε κανένας από αυτούς, είτε να προσέρχεται στην ευσέβεια δια του θείου Βαπτίσματος, είτε βασανίζεται όσο γίνεται περισσότερο. Έτσι, λοιπόν, την εποχή της Ενετοκρατίας, πολλοί ναοί εκ βαράθρων κτίζονταν, εκκλησίες καλλωπίζονταν, μοναστήρια δημιουργούνταν και συλλήβδην, κάθε καλό και θεάρεστο έργο πραγματοποιούνταν. Ο Χριστός, δοξαζόταν, στον δρόμο, στα ιερά Θυσιαστήρια, σε κάθε τόπο και χώρα· η πλάνη φυγαδευόταν και η Θεία χάρη αυξανόταν· η ασέβεια διώκονταν και η ευσέβεια μεγάλωνε· το σκοτάδι διαλυόταν και το Φως το αληθινό, φωταγωγούσε με χαριτόμορφες αστραπές, όλα τα πέρατα της οικουμένης.

  ΣΤ. Σε μία τέτοια εποχή, γεννήθηκαν και οι εορταζόμενοι Άγιο· ο μεν Άγιος και ιερός Παναγής σε μία πόλη της Αρχαίας Ηλίδας, την Γαστούνη· ο δε θαυμάσιος Χρίστος στην Ανδραβίδα· και οι δύο από γονείς που αρνήθηκαν την πίστη τους, όπως είπαμε και πιο πάνω. Παρ’ όλο αυτό το γεγονός, ενώ μεγάλωναν εξωτερικώς σαν τους φοίνικες, εσωτερικώς αύξαναν τις αρετές τους τόσο πολύ όσο το ύψος των κυπαρισσιών· καθώς τρέφονταν περισσότερο με τον φόβο του Θεοῦ και τις εντολές του Εὐαγγελίου, παρά με διάφορα και πολυποίκιλα φαγητά, καθώς το έχουν συνήθεια οι κοιλιόδουλοι να λατρεύουν και να προσκυνούν την κοιλία τους καλλίτερα, παρά τον Θεό και Βασιλιά της κτίσης. Βλέποντες λοιπόν οι συμπολίτες του τον ιερό Παναγή, γνωστικό, φρόνιμο, εύτακτο και επιτήδειο εις τα πολιτικά και επομένως άξιον να τους κυβερνά, καθώς είχε φόβο Θεού αλλά και πολλές γνώσεις, τον ψήφισαν διοικητή της πόλεώς τους, για έναν χρόνο, όπως τότε συνηθίζονταν. Και αυτό το αξίωμα, δεν το έλαβε μόνο μία φόρα, αλλά πολλές.

     Ζ. Ο δε θαυμάσιος Χρίστος, δεν θέλησε να ανακατευθεί με τα πολιτικά, αλλά μάλλον έφευγε από αυτά, ὅπως φεύγουμε όταν μας καταδιώκει η φωτιά. Για αυτό, έβαλε με τον νου να γίνει έγγαμος ιερέας, ώστε και τον Θεό να υπηρετεί και τα προς το ζην να βγάζει χωρίς να θολώνεται το νερό της ψυχής του από τις απάτες και τις ματαιότητες του κόσμου τούτου. Έτρεξε λοιπόν, όπως η διψασμένη έλαφος στον τότε Μητροπολίτη Παλαιών Πατρών και Πρόεδρον πάσης Αχαΐας κύριον Αρσένιο, για να λάβει την ιεροσύνη. Όμως αυτός, στην αρχή τον έδιωξε άπρακτο. Ο δε Χρίστος παρακαλούσε τον Αρχιερέα, εκλιπαρούσε και ικέτευε γονατιστός. Έβαλε και κάποιους άρχοντας να μεσιτεύσουν αλλά δεν κατόρθωσε τίποτα. Όμως, αφού πέρασε μερικός καιρός και ο Αρχιερέας έμαθε την σωστή ζωή του Χρίστου, την ευλάβεια και την θέρμη της πίστεως που ζέσταινε την καρδιά του, τον έκανε ιερέα. Η χειροτονία έγινε από τον Επίσκοπο Βυτίνα όπου τον καιρό έτυχε να βρίσκεται στις Παλαιές Πάτρες, και ύστερα τον έστειλε πίσω στο χωριό του την Ανδραβίδα, για να εκτελεί εκεί τα ιερατικά του καθήκοντα.

Η. (Σημείωσις διαχειριστού ιστολογίου: Αναφέρεται συντόμως στην καλή κατά τον συγγραφέα διοικητική κατάσταση της Πελοποννήσου εξουσιαζόμενη από τους Βενετούς.)

Θ΄. Η Πελοπόννησος, επί 300 περίπου χρόνια, βρισκόταν υπό την κυριαρχία των Ενετών. Όμως, στα 1715 μ. Χ., είδε ο πατήρ του φθόνου, ο διάβολος, ότι η ευσέβεια περίσσευε και η ασέβεια σμίκραινε· η αλήθεια έλαμπε και το ψεύδος καταδιώκονταν· ώστε πλήγωσε την καρδιά του βασιλέα των Αγαρηνών σαν με δίστομη μάχαιρα, για να κυριεύσει πάλι την Πελοπόννησο. Διέταξε λοιπόν, ο Σουλτάνος, να συναχθούν όλα τα στρατεύματα του σε ανατολή και δύση και αυτά της Αιγύπτου και της Αφρικής την επόμενη άνοιξη. Και όποιος δεν υπακούσει να θεωρείται παρήκοος και αναπολόγητος απέναντι της βασιλείας του. Συνάχθηκε λοιπόν, πλήθος άπειρο και φοβερό στρατευμάτων, που δεν είχε ακουσθεί στον αιώνα να φανεί και να μαζευτεί τόσο πολυάριθμο πλήθος με άρματα, καράβια, και εν γένει ο,τιδήποτε άλλο απαραίτητο για εκστρατεία. Και όταν η προετοιμασία τελείωσε, περικύκλωσαν δια ξηράς και θάλασσας όλη την Πελοπόννησο· όπως η ακρίδα την άνοιξη τα γεννήματα. Τότε, οι καημένοι οι χριστιανοί, άλλοι έφευγαν στα βουνά και στα λαγκάδια, άλλοι στους λόγγους, άλλοι στα σπήλαια, άλλοι πήγαν στα μέρη της Δύσης, για να γλιτώσουν τον κίνδυνο· ενώ άλλοι, αιχμαλωτίστηκαν και έπαθαν πολλά κακά.

 

Ι. Και άρχισαν οι βάρβαροι από την Κόρινθο, όπου μέσα σε λίγες μέρες κυρίευσαν το κάστρο και έκαναν ό,τι δεν ήθελε ο Θεός. Και αμέσως, κατευθύνθηκαν με μεγάλη ορμή, δια ξηράς και θαλάσσης εναντίον του Ναυπλίου, το οποίο ήταν τότε έδρα και καύχημα της Πελοποννήσου. Και δεν πρόλαβε καν να φτάσει αυτό το αλαζονικό στράτευμα προ των πυλών του Αναπλίου και ήδη είχε αλλαχτεί η όψη των ανθρώπων· πριν να καπνίζει η πόλη από τις φωτιές που θα έβαζαν οι εχθροί για να την κάψουν, κάπνιζε όλη από τους αναστεναγμούς των κατοίκων της· πριν πνιγεί από τα αίματα, ήταν ήδη πνιγμένη από τα δάκρυα που έτρεχαν από τα ματιά τους. Οι νεαρές κοπέλες έκλαιγαν την παρθενιά τους, γιατί έβλεπαν πως σε λίγο θα τις άρπαζαν βάρβαροι στρατιώτες, και θα γινόντουσαν παιχνίδι και περιγέλασμα του εχθρού. Θρηνούσαν τα αγόρια την νεότητά τους, γιατί έβλεπαν μπροστά στα μάτια τους, το σπαθί, που θα θέριζε, όχι μόνο το άνθος, αλλά και τον κορμό και τις ρίζες. Αχολογούσαν οι μανάδες, αγκάλιαζαν τα βρέφη τους και τα βύζαιναν, όχι πλέον με το μητρικό γάλα, αλλά με τις πηγές των δακρύων τους, καθώς θα τους χώριζε το άγριο και εχθρικό εκείνο στράτευμα. Αναστέναζαν και οι γέροντες και κατηγορούσαν τον εαυτό τους, που έζησαν να δουν μια τέτοια καταστροφή, και σε αυτούς, αλλά και στα ίδια τα παιδιά τους και τους συγγενείς τους. Και αμέσως, χτύπησαν τα τύμπανα, έπαιξαν οι σάλπιγγες, και κίνησαν με μεγάλη ορμή και αλαλαγμό, και άρχισαν να καπνίζουν τα τουφέκια και τα κανόνια. Βοούσε από τους κτύπους η γη, μαύρισε ο αέρας, σκοτίσθηκε ο ήλιος, κάπνιζε όλος ο τόπος, και οι εχθροί έμπαιναν, όχι από τις πόρτες, αλλά από τα τείχη, αρματωμένοι με ακονισμένα σπαθιά, για να κατακόψουν με μία και μόνο πληγή, πολλών τις ζωές. Μπαίνουν μέσα στην πόλη, όχι για να χαρούν για την νίκη που απόλαυσαν, αλλά, για να φανερώσουν τον άγριο θυμό και την λύσσα που είχαν στην ψυχή τους. Σε εκείνο το σκοτάδι, δεν έλαμπε άλλο φως, εκτός από αυτό των σπαθιών των βαρβάρων (ω ελεεινό θέαμα, ω παραχώρηση Θεού). Έβλεπες τότε, άλλον να του έχουν κόψει τα χέρια, άλλον τα ποδάρια, άλλον  να τον έχουν πληγώσει, καὶ άλλον να του έχουν συντρίψει τα κόκκαλα· στις στράτες έβλεπες κεφάλια κομμένα, σπλάγχνα να είναι χυμένα σε κάθε πάτημα, το αίμα να τρέχει από παντού σαν ποτάμι, κάθε ρούγα ήταν γεμάτη από θαμμένα κορμιά. Όλη η πόλη και η γύρω περιοχή, ήταν σπαρμένη από σώματα νεκρών και ματωμένα μέλη· αυτά τα πρώην όμορφα κορμιά, κείτονταν τώρα γυμνά και τετραχηλισμένα, χωρίς να αναπνέουν.

ΙΑ. Αλλά, μη ευχαριστημένοι από τέτοια καταστροφή, πατούσαν πάνω στα νεκρά σώματα, πηδούσαν ανάμεσα από τα διασκορπισμένα μέλη και εισβάλουν με λύσσα στα παλάτια. Αρπάζουν τα πλούτη, μαζεύουν τους θησαυρούς, παίρνουν ότι βρίσκουν. Με τα αναίσχυντα χέρια τους, τραβάνε τις όμορφες εκείνες παρθένες, που οι ακτίνες του ήλιου δεν τις είδανε ποτέ· αποσπούν τα μικρά βρέφη από τις μητρικές αγκαλιές· χωρίζουν από τους πατέρες τα αγόρια· και με τα ανίερα χέρια τους καταστρέφουν τις εκκλησίες και βρίζουν τις εικόνες, παίρνουν τα ιερά σκεύη, συντρίβουν τους σταυρούς, και έγιναν οι καλλωπισμένοι εκείνοι και μεγαλοπρεπείς ναοί, σπήλαια ληστών· πάσχιζε ο κάθε ένας αγαρηνός, να φανεί ο πλέον χειρότερος στην ασέβεια. Όμως, διψασμένοι ακόμη για ανθρώπινο αίμα, λυσσούν εναντίον των αιχμαλώτων· τους αρπάζουν από τον σβέρκο, τους τραβάνε σαν πρόβατα για σφαγή, και τους ρίχνουν μέσα σε ένα μεγάλο λάκκο, αφού πρώτα τους είχαν αποκεφαλίσει. Βλέποντες λοιπόν, και ακούγοντας αυτά, οι δυστυχισμένοι χριστιανοί των υπολοίπων περιοχών της Πελοποννήσου, παρεδόθησαν γρηγορότερα και με λιγότερη μάχη και σφαγή. Και με αυτό τον τρόπο, κυρίευσαν πάλι τον Μωριά οι βάρβαροι.

 

ΙΒ. Αφού λοιπόν έγιναν ξανά κύριοι και εξουσιαστές της Πελοποννήσου οι Τούρκοι, έστειλε ο Μεγάλος τους Βεζύρης, τον Οσμάν Πασά να γυρίσει όλη την περιοχή, απαιτώντας από τους ραγιάδες να προσκυνήσουν την Υψηλή Πύλη, και πληρώσουν το συνηθισμένο χαράτσι. Έτσι λοιπόν, πήγε σε αυτόν και ο Παναγής, ως άρχοντας της Γαστούνης, μαζί με άλλους προύχοντες, για να υποβάλλουν τα δέοντα εις τον αντιπρόσωπο του Σουλτάνου. Και ο Οσμάν Πασάς, βλέποντας τα πολλά του φυσικά χαρίσματα, τον αγάπησε πολύ, και τον φώναζε συχνά και τον ρωτούσε για διάφορα πράγματα. Όμως, δεν πέρασε πολύς καιρός και ήλθε φοβερή διαταγή από τον Σουλτάνο, πως όσοι από εκείνους τους εξωμότες ή τα παιδιά τους, που είχαν αρνηθεί τον Χριστό επί της προηγούμενης Τουρκοκρατίας, και επί Βενετοκρατίας ξαναέγιναν Χριστιανοί, να επιστρέψουν εις την πίστη του Μωάμεθ. Ειδάλλως, να τους δημευθεί όλη τους η περιουσία και αυτοί να τιμωρούνται φρικτώς και τέλος να αποκεφαλίζονται. Πάλι λοιπόν βασανιστήρια περικύκλωσαν τους κακόμοιρους χριστιανούς· και δεν έλειπε μέρα που να μην έβλεπες να φέρνουν δεμένους κάποιους από αυτούς, και γέμιζαν οι φυλακές, γέμιζαν τα αχούρια και τα υπόγεια. Και στην Γαστούνη το ίδιο γινόταν. Μεγάλη αναστάτωση και σύγχυση έγινε στον λαό της πόλεως ταύτης, και άλλοι κρύπτονταν στους λόγγους και στα σπήλαια και άλλοι γίνονταν ληστές. Άλλοι, φόνευαν αν μπορούσαν και είχαν τα κότσια όποιον από τους βαρβάρους εύρισκαν· άλλοι, πήγαιναν εκουσίως και αρνούνταν την πίστη για να γλιτώσουν τον κίνδυνο· άλλοι, ἔφευγαν και πήγαιναν στα μέρη της Δύσης· ενώ άλλοι, πρόθυμα έχυναν το αίμα τους για την αγάπη του Χριστού.

 

   

3. ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΑΓΗ

ΙΓ. Την εποχή εκείνη, ο πατέρας πρόδιδε τον γιό του, ο γιός τον πατέρα, ο συγγενής τον συγγενή, η κόρη την μητέρα, η μητέρα την κόρη, και ο αδελφός τον αδελφό· κάτι παρόμοιο έγινε και με ένα νέο ονόματι Κανέλλο, που μαρτύρησε τις μέρες εκείνες και έλαβε το στεφάνι της αθλήσεως. Πολύς ολολυγμός και θρήνος ακουγόταν και θλιβερές φωνές και αναστεναγμοί.

Γνωρίζοντας λοιπόν ο Οσμάν Πασάς, πως και ο Άγιος Παναγής, προερχόταν από εξωμότες, συνέχεια του ανέφερε πως οι γονείς του ήταν περισσότεροι γνωστικοί και φρόνιμοι από αυτό, αφού αρνήθηκαν τον Χριστό και έγινα μουσουλμάνοι και έγιναν αγιασμένοι, καθώς όχι μόνο αυτοί, αλλά και όλοι όσοι πιστεύουν στην θρησκεία του Μωάμεθ, πηγαίνουν μετά τον θάνατό τους στον Παράδεισο. Και εκεί στον Παράδεισο υπάρχουν σε αφθονία πολλά φαγητά και ποτά και άλλες πολλές και μεγάλες απολαύσεις, από τις οποίες, του έλεγε: εσείς οι χριστιανοί είστε αμέτοχοι, ως παρήκοοι του θεοῦ και του προφήτου του. Και άλλα πολλά άπρεπα και άσχημα λόγια του έλεγε, για να τον παρακινήσει να εξωμόσει. Αλλά έμενε μόνο στα λόγια και δεν τον βασάνιζε, γιατί τον εκτιμούσε πολύ.

Από την άλλη μεριά, ο Άγιος του αποκρινόταν με πολλή γνώση και σύνεση πως ο Χριστός ήταν η ζωή του, καύχημα και αγαλλίαση, και πως ήταν αδύνατον να Τον αρνηθεί. Και ότι προτιμούσε να πεθάνει με τα μεγαλύτερα βασανιστήρια, παρά να ακούει από τον πασά τέτοια μάταια λόγια.

Αλλά, ο διάβολος, ακούγοντας αυτά τα λόγια, και βλέποντας τον του Χριστού στρατιώτη ανδρείο και ακαταγώνιστο και κατάλαβε πως ήταν εχθρός του, πόνεσε τόσο πολύ, σαν να τον χτύπησε βέλος στην καρδιά. Γιατί κατάλαβε πως θα τον νικήσει και πως ανταλλάξει τα Ουράνια κάλλη, με τα αίματα του μαρτυρίου του.

Μα και αυτός ο Οσμάν Πασάς, βλέποντας τον Άγιο ακαταμάχητο, ανίκητο και στέρεο στην πίστη του Χριστού, δεν τον ενόχλησε περισσότερο. Μάλιστα, επειδή τον αγαπούσε πολύ, του εκμυστηρεύτηκε πως ο ίδιος θεωρούσε και ντροπή αλλά και φοβόταν να παρακούσει στο διάταγμα του Σουλτάνου· για αυτό συμβούλευε τον Παναγή, είτε να αναχωρήσει για άλλον τόπο, είτε να τον ακολουθήσει στην επικείμενη εκστρατεία του εναντίον της Κέρκυρας· έτσι ώστε να αποφύγει τον κίνδυνο.

ΙΔ. Ο Άγιος, σκέφθηκε την πρόταση του Πασά και είδε πως ήταν προς το συμφέρον του· θυμήθηκε μάλιστα και τον λόγο του Εὐαγγελίου, που λέγει να μην βάζουμε στον εαυτό μας, εμείς οι ίδιοι, τιμωρίες και βάσανα, γιατί· τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής (Ματθαίος 26,41 και Μάρκος 14,38). Για αυτό, καλύτερα να τα αποφεύγουμε όσο είναι δυνατόν, μέχρι να τα οικονομήσει ο προνοητής των απάντων Θεός. Για αυτό αποφάσισε να πάει μαζί με τον Πασά στην Κέρκυρα, και από κει να σκεφτεί και να δει τι θα έκανε στο μέλλον. Όμως, η Άνω Πρόνοια, η οποία οικονομεί πάντα το συμφέρον της ψυχῆς, παρά αυτό του σώματος· και η οποία τον προόριζε πριν ακόμα γεννηθεί ο Άγιος, να γίνει, ὅπως και ο Απόστολος Παύλος, ἀγγεῖον ἐκλελεγμένον, και να χύσει το αίμα του με τον μαρτυρικό θάνατο του· δεν του επέτρεψε όπως είχε θελήσει να πάει στην Κέρκυρα, καθώς επέτρεψε να αρρωστήσει τόσο πολύ, που ήταν για θάνατο. Όμως, πάλι η Άνω Πρόνοια, του έδωσε την υγεία του, ώστε οι υπόλοιποι, βλέποντας την καρτερικότητά του, την υπομονή του και την γενναιότητά του, να τον έχουν ως παράδειγμα.

ΙΕ. Απουσιάζοντος του Οσμάν Πασά, και έχοντας ακόμα ο Άγιος κάποια υπολείμματα της αρρώστιάς του, τον κάλεσαν οι Τουρκικές αρχές, να παρουσιαστεί μπροστά τους και να τους αποκριθεί, σύμφωνα με το σουλτανικό πρόσταγμα· ή να αρνηθεί την πίστη του και να συνταχθεί με την δικιά τους θρησκεία και τα δικά τους δόγματα, και έτσι να λάβει τιμή, δόξα, πλούτο· ή αν δεν αρνηθεί, να τιμωρηθεί ως απειθής, να δεσμευτεί η περιουσία του και στο τέλος να τον αποκεφαλίσουν. Λαμβάνοντας ο Άγιος αυτή την εντολή, αμέσως σηκώθηκε και πήγαινε με χαρά μόνος του να παρουσιασθεί, λέγοντας στον εαυτό του:

Τώρα είναι ο καιρός για να τρέξεις τον καλό δρόμο Παναγή, τώρα είναι ο καιρός του αγώνα, και μετά τον αγώνα θα σε ακολουθήσουν και τα ουράνια στεφάνια. Τώρα ήρθε η ώρα να ομολογήσεις ελεύθερα, Εκείνον, που τρέμουν τα Χερουβίμ, και στο άκουσμά Του, αφρίζει όλος ο Άδης. Τρέξε λοιπόν, τρέξε, και για την λίγη υπομονή που θα δείξεις στα βασανιστήρια, θα σε δεχθούν με χαρούμενα πρόσωπα, τα Σεραφείμ. Μην αργοπορήσεις λοιπόν, μη, γιατί η αιώνιος δόξα σε καρτερεί, θα συναντήσεις τους χορούς των Αγγέλων, θα σε δεχτούν τα στρατεύματα των Μαρτύρων και τα τάγματα των Προφητών, και υπέρ πάντων όλων ο Χριστός, το καύχημα των Αγίων. Να μην λυπηθείς την σάρκα σου, όπου σήμερα είναι και αύριο: ὡς τὸ ἄνθος τοῦ ἀγροῦ ἀφανίζεται (Ψαλμός 102, στίχος 15). Μην αδημονήσεις τον πλούτο, ο οποίος είναι πηλός της γης, και αμέσως χάνεται σαν τον καπνό και σαν το όνειρο. Μην επιθυμήσεις τιμές και δόξες, ότι η δόξα αυτού του κόσμου φθείρεται και διασκορπίζεται, μόνο η δόξα του Χριστοῦ μένει στον αιώνα. Έπειτα, υψώνοντας τα μάτια του στον ουρανό, έλεγε με πικρούς αναστεναγμούς: Δες Κύριε, την συντετριμμένη καρδιά μου και την προθυμία της ψυχής μου. Δες Κύριε, πώς τρέχω χαρούμενος, σαν την διψασμένη ελαφίνα, για να λάβω για την αγάπη Σου, τις πληγές και τα βασανιστήρια. Δυνάμωσέ με, για να τελειώσω τον καλόν τούτον αγώνα, τον αγαθό και ευάρεστο, και ας μη με αφήσει η Χάρις Σου να Σε ντροπιάσω, και γίνω περιγέλασμα του διαβόλου. Πρόφθασε δέ, ως αντιλήπτωρ και βοηθός, και ελευθέρωσέ με από όλα τα κακά, τα οποία με βρήκα. Δώσε μου δύναμη και αντρεία ψυχής, για να καταισχυνθεί ο εχθρός της αλήθειας, ο διάβολος, και οι υπηρέτες αυτού, ὅτι κενὰ κατὰ Σοῦ ἐμελέτησαν. Δώσε μου δύναμη να τελειώσω τον δρόμο τούτο της αθλήσεως με τον θάνατον· ὅτι εὐλογητὸς εἶ, εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

ΙΣΤ.  Λέγοντας αυτά, με συντετριμμένη καρδιά, και ταπεινό πνεύμα, έφθασε με τους υπηρέτες στο κριτήριο. Τότε λοιπόν, ο Μουρτάς Αγάς, ο οποίος είχε διορισθεί ακριβώς για αυτή την δουλειά, κοιτάζοντας τον Άγιο με ήρεμο βλέμμα, του λέει:

Εσύ είσαι ο πολυθρύλητος εκείνος Πανάγος, που καταπατεί τα σουλτανικά προστάγματα και δεν αρνείσαι τον Εσταυρωμένο Χριστό, τον οποίον εσείς οι χριστιανοί, αφρόνως ονομάζεται Θεό· και δεν καταδέχεσαι να επανέλθεις εις την πατρική σου θρησκεία την μουσουλμανική, όπου οι πιστεύοντες εις αυτήν, έχουν ευλογία από τον θεό. Εγώ, από την πρώτη στιγμή που κυριεύσαμε ξανά αυτά τα εδάφη, γνωρίζω για την φρονιμάδα και τις γνώσεις σου. Για αυτό, δεν ήθελα να πιστέψω αμέσως εκείνους τους κακούς ανθρώπους που σε διέβαλλαν από μίσος, αλλά, έκρινα ότι δικαιότερο είναι να σε φωνάξουμε εδώ, για να ακούσουμε από εσένα την αλήθεια. Για αυτό, ελπίζω να μην μεταστρέψεις την καλωσύνη μου σε θυμό, καθώς τότε δεν θα σε αφήσω να ζήσεις ούτε μία ώρα, και θα σε κόψω κομματάκια και θα τα δώσω στα σκυλιά να τα φάνε· προς παραδειγματισμό των απειθών. Πρόσελθε λοιπόν, στην αμώμητη θρησκεία του Μωάμεθ, για να τιμηθείς και δοξασθείς περισσότερο από το πρότερον. Και μάλιστα θα γράψουμε και στον υψηλότατο Πασά του Μωριά, να σε ανταμείψει με υψηλά αξιώματα, και να χαρείς και αυτή και την άλλη ζωή, που θα είσαι στον Παράδεισο.

ΙΖ. Ο δε Άγιος, αποκρινόμενος με σύνεση, του είπε: Να γνωρίζεις αυθέντη μου, πως εγώ, από την πρώτη στιγμή, που γνώρισα την αλήθεια, και έλαβα την επωνυμία του χριστιανού, είμαι δούλος Χριστού, Αυτόν έχω για τιμή, για αιώνια δόξα και μεγαλοπρέπεια· τα δε σαθρά και ψεύτικα δόγματα εκείνου που τον νομίζετε και θεωρείτε προφήτη θεού και απόστολο, εγώ αυτά τα θεωρώ παραμύθια γυναικών και ξεγελάσματα μικρών παιδιών. Σε σας τους πλανεμένους λοιπόν λέω, ότι ο Χριστός είναι ο μοναδικός Θεός, Αυτός έκτισε τον ουρανό και την γη και όλα τα κτίσματα, Αυτός έπλασε τον άνθρωπο και τον έκαμε κύριο του Παραδείσου, Αυτός εξαιτίας της αμαρτίας του Αδάμ, ενδύθηκε και το πήλινο τούτο κορμί, και έγινε τέλειος άνθρωπος εκ της Παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας, και σταυρώθηκε, και τάφηκε, και ύστερα από τρεις μέρες αναστήθηκε και αργότερα αναλήφθηκε και κάθισε εκ δεξιών του Θεού και Πατρός. Όλα, όσα οι παλιοί εκείνοι και αληθινοί Προφήτες έγραψαν και λάλησαν εξ Αγίου Πνεύματος, όλα αυτά πραγματοποιήθηκαν στον Χριστό. Και πιά, προφήτης ούτε χρειάστηκε, ούτε θα χρειαστεί. Για αυτό ο Μωάμεθ, που εσείς τον ονομάζετε προφήτη, είναι ψεύστης, πλάνος, απατεώνας και πρόδρομος του αντίχριστου. Μην πλανάστε λοιπόν, μην τυφλώνεστε ψυχικά και σωματικά και παρακινάτε και άλλους να οδηγούνται σαν και σας στην απώλεια.

ΙΗ. Τόσο πολύ τάραξαν τα λόγια αυτά τον Αγά, ώστε από τον θυμό και την λύσσα του, δεν μπορούσε να μιλήσει· ένας υπηρέτης του όμως, που στεκόταν εκεί κοντά, έδωσε στον Άγιο ένα τόσο δυνατό ράπισμα, που τον έκανε να γονατίσει. Όμως και πάλι σηκώθηκε ο Άγιος, και πάλι άρχισε να μυστήρια της Θείας σαρκώσεως και να καταγελά τα παραμύθια και τις φλυαρίες του Μωάμεθ. Μη αντέχοντας λοιπόν, ο Αγάς, μέσω της στάσης του Παναγή, να δοξάζεται η ευσέβεια και να ντροπιάζεται η ασέβεια, διέταξε να τον αποκεφαλίσουν. Και σαν το άκουσε αυτό ο Άγιος, χάρηκε και μοναχός του άρχισε να πηγαίνει προς τον τόμο της καταδίκης. Όταν δε έφτασε εκεί, ύψωσε τα μάτια του και τα χέρια του στον ουρανό και είπε: Κύριε Ιησού Χριστέ, έλα και άκουσε την ταπεινή προσευχή μου, δέξαι την και μη με αφήσεις, αλλά πάρε την ψυχή μου και οδήγησέ την στην αιώνια Βασιλεία Σου. Εσένα μόνο πόθησα εκ νεότητός μου, και για το πανάγιό Σου Όνομα, θα με σφάξουν σήμερα. Εσένα έχω Χριστέ μου, και πλούτο, και δόξα, και τιμή και καύχημα. Για αυτό και με πολύ αγάπη έτρεξα και Σε ακολούθησα. Επομένως, Νυμφίε άμωμε, μὴ μὲ κλειδώσεις έξω από τον νυμφώνα Σου, ούτε η φλογίνη ρομφαία να μου εμποδίσει την είσοδο· αλλά, ας με κατατάξεις στα σκηνώματά Σου, τα αγαπητά και σωτήρια, ότι ευλογητός είσαι στους αιώνες. Αμήν.

ΙΘ. Και αμέσως, κατέβασε το πανωφόρι του, για να δείξει και με την πράξη την προθυμία της ψυχής, και γονατίζοντας, αποκεφαλίσθηκε την 1η του Μαρτίου, το 1716 μ. Χ. Το δε σεβάσμιο και άγιο αυτού λείψανο, το άφησαν οι ασεβείς, πεταμένο εκεί για να το φάνε τα σκυλιά, και το φύλαγαν για να μην το πάρουν οι χριστιανοί. Έβλεπαν όμως οι Τούρκοι, ότι επί δύο μερόνυχτα, το σώμα του Μάρτυρος δεν το άγγιξε κανένα σκυλί ή όρνιο, αλλά παρέμεινε όμως ήταν. Φθόνησαν λοιπόν το γεγονός αυτό και πήραν την ιερά κεφαλή του Αγίου και την έψησαν στην φωτιά, και πάλι την πέταξαν εκεί που ήταν και πρότερον· περιμένοντας η μυρωδιά της καμένης σάρκας να τραβήξει τα σκυλιά περισσότερο, αλλά μάταια, αυτά δεν την πείραξαν καθόλου. Για αυτό και την 4η μέρα, έδωσαν το άγιο λείψανο στους χριστιανούς, οι οποίοι το πήραν και το ενταφίασαν μέσα στο ναό του Αγίου Νικολάου Γαστούνης, ψάλλοντες κατά την συνήθεια, μαρτυρικούς ύμνους· εἰς δόξα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ δοξαζομένου ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ.

 
 

4. ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Κ. Ο δε θαυμάσιος Χρίστος, ιερέας του Υψίστου, όπως γράψαμε προηγουμένως, ήταν και αυτός από εξωμότες γονείς. Και αυτός συνελήφθηκε και φυλακίστηκε σιδηροδέσμιος, για να αρνηθεί την πίστη στον Χριστό. Μία λοιπόν των ημερών, τον παρέστησαν στο κριτήριο, και ο Μουρτάς Αγάς, όπως και στον Άγιο Παναγή, του λέει:

Άνθρωπε, λυπήσου την νεότητά σου, και ας μην θελήσεις να χάσεις την γλυκιά αυτή ζωή, και προπαντός, την γυναίκα σου και τα 2 σου βρέφη· που έτσι και δεν αρνηθείς τον Χριστό, θα τους σύρουμε στην αγορά και θα τους πουλήσουμε ως αιχμαλώτους. Και αν είσαι πτωχός και δυστυχής, θα σε πλουτίσουμε εμείς, και θα κάθεσαι αμέριμνος στο σπίτι σου σε όλη σου την ζωή μέχρι να πεθάνεις· και μετά θάνατον, θα απολαύσεις τον παράδεισο με τα διάφορα εκείνα και πολυποίκιλα φαγητά που θα μας χαρίσει ο θεός για την ορθή πίστη μας, και θα αγάλλεσαι εκεί αιώνια. Και κοίτα να μην ζηλέψεις τον Πανάγο και τους άλλους ομοίους του, οι οποίοι ως ανόητοι, προτίμησαν τον θάνατο από την ζωή, την πτώχεια από τα πλούτη, και κυρίως την Χριστιανοσύνη από την δική μας θρησκεία την μουσουλμανική, η οποία ως ορθή, λάμπει άλλος ήλιος.

ΚΑ. Τότε, ο Άγιος Χρίστος, αμέσως και με θάρρος του λέει:

Έπρεπε άρχοντά μου, να λαλείς με περισσότερη γνώση και σύνεση, καθώς έχεις μεγαλύτερη αξία από τους υπόλοιπους παρευρισκομένους, και να μην λαλείς τέτοια παραμύθια και τέτοιες αδιάντροπες φλυαρίες. Αλλά, επειδή βλέπω την αλήθεια να κρύβεται και το σκοτάδι να λάμπει περισσότερο από το φως, το έχω ως ντροπή να μην απαντήσω, για να μην νομίσετε ότι νικήθηκε η ευσέβεια. Ο Θεός λοιπόν, έπλασε τον άνθρωπο εξ αρχής από το χώμα και ενέφυσε σε αυτόν πνεύμα ζωής, την ψυχή δηλαδή, που είναι νοερά και άυλη· το δε σώμα που αυξάνεται και μεγαλώνει να υπόκειται στην φθορά και στον θάνατο, η δε ψυχή, ούτε να αυξάνεται, ούτε να μειώνεται, ούτε φθορά να έχει, ούτε θάνατο. Αν λοιπόν, όπως λέτε τρώει η ψυχή, επομένως κάποια στιγμή θα πεινάσει και θα διψάσει, και τότε επέρχεται η φθορά, και την φθορά την ακολουθεί ο θάνατος, άρα οι ψυχές σας είναι φθαρτές, και πεθαίνουν. Και ακόμα και αυτά μικρά παιδιά, γελάνε με το ότι πιστεύετε πως οι ψυχές τρώνε και πίνουν στον παράδεισο. Φαίνεται επομένως, από αυτές τις φλυαρίες που λαλείται και τις έχετε για δόγματα, ότι η πίστη σας είναι πλάνη και εφεύρημα δαιμόνων. Όσο αφορά τα παιδιά μου, που μου λέτε πως θα τα αφήσω ορφανά, σας λέω ότι αυτά έχουν έναν πολύ καλό Πατέρα, προνοητή και ουράνιο κυβερνήτη, ο οποίος τρέφει πάσα πνοή με την πλούσια δεξιά Του· και ως παντεπόπτης Θεός, όπου τα έπλασε εκ του μη όντος εις το είναι, θα έχει την έννοιά Του και για αυτά, να μην χαθούν. Για τα δε πλούτη, τις τιμές, και τις δόξες που μου υπόσχεστε, εγώ όλα αυτά τα θεωρώ τίποτα, γιατί μόνο τον Χριστό μου ποθώ, Αυτόν επιθυμώ εξ όλης ψυχής μου, και Αυτόν μόνο προσπαθώ να φθάσω. Το δε σουλτανικό σας διάταγμα το καταπατώ, και ως άγραφο χαρτί το θεωρώ. Να, εδώ είμαι μπροστά σας, ας με κόψετε, ας με σφάξετε, ας με βράσετε, ας με φάτε· την ομολογία της πίστεως μου δεν την αρνούμαι ποτέ, και αν ήταν δυνατό να πέθαινα χίλιες φορές κάθε ημέρα για τον Χριστό μου, θα το έκανα.

ΚΒ. Τότε λοιπόν, με πολύ θυμό πρόσταξε ο τύραννος να τον δείρουν, για να σωφρονισθεί και να μάθει να μην μιλάει με τόση αυθάδεια. Αφού τον έδειραν όσο θέλανε τα άγρια εκείνα θηρία, τον έριξαν στην φυλακή, έχοντας την ελπίδα ότι θα αλλάξει γνώμη και θα αρνηθεί τον Χριστό. Όταν όμως έφυγαν οι υπηρέτες και έμεινε μόνο του στην φυλακή, έλεγε στον εαυτό του ο Άγιος Χρίστος:

 Μέχρι τώρα Χρίστε, φάνηκες δόκιμος και καλός στρατιώτης, όπου έλαβες πληγές και βασανιστήρια. Μέχρι τώρα, όχι μόνο ομολόγησες τον Χριστό, ενώπιον των ασεβών και τυράννων, αλλά για την αγάπη Του υπέμεινες, ραβδισμούς και μαστιγώματα. Ετοιμάσου τώρα για τον θάνατο, ώστε να λάβεις την επουράνια ανταπόδοση.

Έπειτα, άρχισε να ευχαριστεί τον Θεό, λέγοντας:

Δόξα Σοι Βασιλεύ Άγιε, άναρχε Λόγε και Υιέ του αθανάτου Πατρός, που με δυνάμωσες και έλαβα τιμωρίες και βασανιστήρια για χάρη Σου. Εσύ λοιπόν, δυνάμωσέ με και τώρα, ώστε να ντροπιάσω αυτούς τους εχθρούς της αλήθειας, και κατ’ επέκταση τον διάβολο.

Αυτά έλεγε με ζέση πίστεως και πνεύμα ταπεινώσεως στην φυλακή ο Άγιος Χρίστος, ευχαριστώντας τον Θεό.

ΚΓ. Ο διάβολος όμως, που μισεί πάντοτε το καλό του ανθρώπου και μάλιστα το συμφέρον της ψυχής του, δεν μπορούσε να βλέπει τόση υπομονή και γενναιότητα πάνω στον Χρίστο, αλλά θέλησε να τον πολεμήσει πολύ ισχυρά, ώστε να ξεπέσει από την ευσέβεια. Και βλέποντας, ότι ο Άγιος δέχεται τους καλούς λογισμούς, τί έκανε λοιπόν ο αρχέκακος εχθρός; Μεταχειρίσθηκε ως εργαλείο του την γυναίκα, το πρώτο του όργανο· και παρά λίγο έλειψε ο Άγιος να αρνηθεί τον Χριστό και την πίστη. Εκεί λοιπόν που βρισκόταν στην φυλακή, πήγαινε συχνά η γυναίκα του με τα παιδιά τους και του έλεγε τα εξής:

Τί κακό σου έκαμα, άντρα μου, εγώ που σε αγαπάω πολύ, και θέλεις να με αρνηθείς την ταλαίπωρη; Σε τί σου έπταιξα και θέλεις να με αφήσεις τόσο γρήγορα; Πώς φέρεσαι τόσο άσπλαγχνα σε εμένα την κακορίζικη; Αλλοίμονό μου, αλλοίμονό μου. Πού να φύγω, να γλυτώσω η τάλαινα από αυτά τα θηρία. Σε ποιά περιοχή, σε πιο κάστρο να πάω για να αποφύγω τον κίνδυνο; Αν ήταν να με αρνηθείς, γιατί με παντρεύτηκες, με αποτέλεσμα και εγώ και αυτά τα άκακα βρέφη σου να γίνουμε σκλάβοι; Γιατί γίνεσαι ηθελημένα άπονος και θες να μας αφήσεις έρμαια αυτών των απάνθρωπων τυράννων και σαρκοφάγων δαιμόνων; Αλλοίμονο σε μένα την ζωντοχήρα!  Ποιό κακό να θρηνήσω πρώτα; Εσένα, που πρόκειται να σε σφάξουν σε λίγη ώρα οι βάρβαροι; Εμένα, που πρόκειται να με αρπάξουν, όπως αρπάζουν οι λύκοι τα αρνιά; Ή τα παιδιά μου, που θα χωρισθούν από την αγκαλιά μου, που καλύτερα να μην τα είχα κάνει καθόλου; Σε ποιό λόγγο να χωθώ, ή σε ποιά τρύπα της γης να μπω, για να γλυτώσω από αυτούς τους άγριους λύκους. Μέχρι τώρα, σε όλες τις δυσκολίες, σε εσένα στηριζόμουνα αγαπημένε μου, μόνο σε σένα. Εσένα είχα παρηγοριά μου, παράκληση, παραμυθία. Για αυτό λοιπόν, μην θελήσεις να πεθάνεις άδικα, μην πηγαίνει αυτοκλήτως να σφαγιασθείς, μην χύσεις εκούσια το αίμα σου, ώστε εμείς να γίνουμε παιχνίδι και περιγέλασμα στους εχθρούς. Μην περπατήσεις επομένως σε αυτό τον καταδικασμένο δρόμο, μην τρέξεις σε αυτή την λυπηρή οδό. Γύρισε αυτόν τον κακό λογισμό που έχεις, αφάνισε αυτή την γνώμη που επικρατεί στην διάνοιά σου. Αρνήσου τον Χριστό και την πίστη μας, και Αυτός ως φιλάνθρωπος που είναι, θα σε δεχτεί μαζί με τους άλλους αμαρτωλούς. Αρνήσου Τον τώρα, λόγω της ανάγκης που μας βρήκε, και αργότερα, όταν φύγουμε από αυτό το μέρος, μετανοούμε. Ως ελεήμων που είναι θα σε δεχτεί, ως καλός πατέρας θα σε καρτερεί, ως αληθινός ποιμένας θα σε βρει εσένα, το χαμένο πρόβατο. Με ένα μόνο ήμαρτον θα σωθείς, με ένα μόνο δάκρυ και θα κληρονομήσεις τον Παράδεισο. Αυτό δεν έγινε και με τον Πέτρο· ο οποίος αρνήθηκε τον Χριστό, αλλά ύστερα με την μετάνοιά του και τα δάκρυα του ανεδείχθη πρώτος των Μαθητών και Αποστόλων Του; Αυτό δεν έγινε και με τον Παύλο· ο οποίος όχι μόνο αρνητής μα και διώκτης των Αποστόλων ήταν το πρότερον, αλλά στο τέλος έγινε σκεύος της εκλογής του Αγίου Πνεύματος; Αυτό δεν έγινε και με τον Άγιο Ιάκωβο τον Πέρση· αρνητής του Χριστού δεν ήταν και αυτός, αλλά στο τέλος καθαρίσθηκε από την αμαρτία μέσα από τα αίματα του μαρτυρίου του; Άρα, ποιός Άγιος, από όσους είναι στον Ουρανό, δεν αμάρτησε ενώπιον του Θεού, ποιός δεν έσφαλε· μα πάλι, δια της μετανοίας, ποιόν δεν συγχώρεσε ο Θεός; Πώς λοιπόν εσύ από μόνος σου θέλεις να παραδοθείς σε θάνατο; Δεν λυπάσαι την νεότητά σου, δε σπλαγχνίζεσαι τα άκακα αυτά παιδιά σου και μένα την σύζυγό σου, αλλά αγαπάς να πεθάνεις άκαιρα; Μέσα σε μια στιγμή, να στερηθείς αυτή την παμπόθητη και γλυκύτατη ζωή;  

ΚΔ. Αυτά και άλλα πολλά του έλεγε, καθώς την παρακινούσε και ο διάβολος. Και καθώς του τα έλεγε συνέχεια, άρχιζε σιγά-σιγά, να ψυχραίνει η αγάπη του Μάρτυρα προς τον Χριστό, ο τόνος της ψυχής του να διαλύεται, η ανδρεία και η γενναιότητά του να αδυνατίζει, και να κλίνει προς τα λόγια της γυναίκας του. Έτσι μία μέρα της ανακοίνωσε πως την επομένη θα αρνηθεί τον Χριστό.

Ω, μίσος του αρχεκάκου εχθρού, ώ ζάλη και τρικυμία του διαβόλου. Πολλούς από αυτούς που ήταν έτοιμοι να στεφανωθούν στον Ουρανό από την δεξιά του Θεού, κατάπιες σκοτεινόμορφε σατανά, τους γκρέμισες στα καταχθόνια του άδη, τους βύθισες στην σκοτεινή άβυσσο της κόλασης, τους έσυρες στην παμφάγο κοιλιά του άδη, και βασανίζονται σε αυτά τα τάρταρα αιωνίως μαζί σου. Αλλά όμως, σε αυτόν τον Μάρτυρα και Αθλητή του Χριστού, δεν έχεις καμία ελπίδα, δεν έχεις καμία τύχη. Γιατί η ρανίδα της φιλανθρωπίας του Θεοῦ, για την καλή του προαίρεση, θα τον κάνει να συντρίψει τις παγίδες που του έφτιαξες, να αφανίσει τα τεχνάσματα που του έπλεξες, και εν τέλει, καταπατώντας την δύναμή σου με αήττητη γενναιότητα, να πετάξει ως χρυσόπτερος περιστερά στα ανερμήνευτα εκείνα κάλλη του Ουρανού.

Και δείτε αδελφοί μου, πως η Θεία Πρόνοια οικονόμησε, ώστε να ντροπιασθεί ο διάβολος μαζί με όλους τους ακολούθους και υπηρέτες του.

ΚΕ. Την μέρα εκείνη που ο Άγιος αποφάσισε να αρνηθεί τον Χριστό, αυτό διαδόθηκε αμέσως σε όλη την πόλη και το έμαθαν όλοι. Και οι μεν χριστιανοί, λυπόντουσαν και θλιβόντουσαν που ο νοητός δράκοντας θα άρπαζε μια ψυχή, που πριν λίγη ώρα θα στεφανωνόταν στους ουρανούς. Οι δε Αγαρηνοί, χαίρονταν και καυχιόντουσαν, γιατί θα τούρκιζε, όχι ένας απλός χριστιανός, αλλά ένας ιερέας.

Εκείνη μάλιστα την ημέρα, ο Μουρτάς Αγάς, απαίτησε από όλους τους ιερείς της πόλης να καταδώσουν τους χριστιανούς που ήταν αρνητές αυτοί ή οι γονείς τους, ώστε είτε να ξαναγυρίσουν στην μουσουλμανική θρησκεία, είτε να θανατωθούν. Οι δε ιερείς, στοχαζόμενοι πως θα ήταν μεγάλη αμαρτία να προδώσουν χριστιανούς, αποκρίθηκαν στον Αγά, πως δεν γνωρίζουν κανέναν τέτοιο. Και επειδή ο Αγάς δεν τους πίστεψε, διέταξε να ριχτούν σιδηροδέσμιοι, στην ίδια φυλακή που ήταν και ο Μάρτυρας. Και τότε, οι καλοί εκείνοι ιερείς, βρήκαν ευκαιρία να συμβουλέψουν τον Χρίστο για αυτό που πήγαινε να κάνει. Και να πως. Ο προεστότερος, εις επήκοον πάντων, του είπε:

Αδελφοί, να μην πλησιάσει κανένας μας, αυτό τον ψευδοιερέα και άχριστον, καθώς μόλυνε το σχήμα της ιεροσύνης. Να μην σιμώσει κανένας κοντά του, γιατί κατεπάτησε το ιερό θυσιαστήριο, διαπόμπευσε τα Θεία Μυστήρια, και τον Χριστό, τον αληθινό Ποιητή και Βασιλέα της κτίσεως, θα προδώσει αύριο με το να Τον αρνηθεί, για να μην υποστεί το παραμικρό πόνο και το βασανιστήριο. Φεύγετε από αυτόν, από αυτό το πρόβατο της καταστροφής και της διαφθοράς, καθώς αυτός μοναχός του βγήκε από την σωτήρια ποίμνη του Χριστού. Μην σταθείτε καθόλου κοντά του, καθώς αυτός ο ίδιος θέλησε να απολέσει την ψυχή του και να συνταχθεί με τον δαίμονα.

ΚΣΤ. Αυτά τα ονειδιστικά λόγια ακούγοντας ο Άγιος, αναστέναξε εκ βάθους καρδιάς και άρχισε να μετανιώνει για όσα τόλμησε να σκεφτεί να πράξει. Και βλέποντας οι παριστάμενοι ιερείς ότι η μεταμέλειά του ήταν ειλικρινή, άρχιζαν όλοι μαζί να του λένε:

Ανδρίζου, σε αυτήν την οδό της ομολογίας που περπατάς, πάρε δύναμη σε αυτό τον καλό δρόμο όπου τρέχεις, μην προδώσεις τον Βασιλέα και Κύριο για φθαρτή δόξα. Υπέμεινε λίγο και θα στεφανωθείς στους ουρανούς, γίνε κρατερός τώρα για να συναπαντήσεις με χαρά τα ουράνια Σεραφίμ. Τίμια βασανίστηκες μέχρι τώρα, τίμια πάλι να θανατωθείς και για τον Χριστό. Για Αυτόν έπαθες μέχρι τώρα, σε Αυτό θα πας σε λίγο. Τί φοβάσαι λοιπόν αυτόν τον θάνατο, που στην πραγματικότητα είναι ζωή; Τί συλλογίζεσαι τα βασανιστήρια, αφού αυτά θα σου φέρουν την Ουράνια Βασιλεία; Τί δειλιάζεις μπροστά στις τιμωρίες, όταν χάρη σε αυτές θα σου πλέξουν το στεφάνι οι Άγγελοι; Τί τρέμεις; Για τον Θεό πάσχεις, και φοβάσαι λοιπόν τους ανθρώπους; Βασανίζεσαι για τον Ουράνιο Βασιλέα και σκέφτεσαι τα σκουλήκια της γης; Είναι δυνατό κάποιος να αντισταθεί στον Βασιλιά της κτίσης; Μπορεί να βρεθεί κάποιος να πολεμήσει Εκείνον που τρέμει όλος ο κόσμος; Αγαθή προαίρεση ζήτα μόνο ο Θεός από εμάς, και Αυτός θα ελαφρύνει τους πόνους, τις πληγές, τις μαστιγώσεις, τις οδύνες. Αυτός θα δώσει υπομονή, σοφία και σύνεση, καθώς όπως αναφέρει το ιερό Ευαγγέλιο: ὅταν δὲ παραδώσουσιν ὑμᾶς, μὴ μεριμνήσητε πῶς ἢ τὶ λαλήσετε· δοθήσετε γὰρ ὑμῖν ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τὶ λαλήσητε (Ματθαίος 10, 19). Και αλλού πάλι λέει: ὅταν δὲ προσφέρωσιν ὑμᾶς ἐπὶ τὰς συναγωγὰς καὶ τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας, μὴ μεριμνᾶτε πῶς ἢ τὶ ἀπολογήσησθε ἢ τὶ εἴπητε· τὸ γὰρ Ἅγιον Πνεῦμα διδάξει ὑμᾶς ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ τὶ δεῖ εἰπεῖν (Λουκάς 12, 11-12). Δεν διάβασες ποτέ τα μαρτύρια των Αγίων Μαρτύρων; Δεν είδες εκεί πως άλλους πριόνιζαν, άλλους τους έψηναν στην φωτιά σαν πρόβατα, άλλους τους έκαιγαν με τα σίδερα, άλλους τους έγδερναν και άλλους τους θανάτωναν με διάφορα βασανιστήρια και ποικίλες μηχανές; Αλλά αυτοί, σαν τίποτα όλα αυτά τα συλλογίζονταν, αλλά απέβλεπαν μόνο στον Χριστό· και Αυτός, τους ελάφρυνε τους πόνους. Δεν είχαν και αυτοί τό ίδιο κορμί με το δικό σου; Δεν είχαν και αυτοί σάρκα και αίμα; Δεν καταφρόνησαν αυτοί πλούτο, τιμή, δόξα, νεότητα στην ακμή τους, αξιώματα και έτρεχαν στο μαρτυρικό αυτόν αγώνα, ὡς ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων (Ψαλμός 41); Μην θελήσεις λοιπόν να αρνηθείς να ομολογήσεις τον Χριστό. Λίγο θα πονέσεις, αλλά ύστερα θα σε δεχτεί η χαρά των Αγγέλων, η χαρμονή των Αρχαγγέλων και προπαντός, των Αγίων το εγκαλλώπισμα, ο Χριστός.

ΚΖ. Αυτά και άλλα λέγοντας οι ιερείς, έκανα τον Μάρτυρα να ανάψει η καρδιά του από θείο έρωτα και καρτερεί με πολλή δίψα τον υπέρ του Χριστού θάνατο. Και όλη εκείνη την νύκτα, την πέρασε με ευχές, ψαλμωδίες και δάκρυα. Το πρωί, τον περίμεναν με μεγάλη χαρά οι βάρβαροι, νομίζοντας ότι θα εξωμόσει. Και αφού τον παρέστησαν μπροστά τους, του είπαν:

Τώρα επιτέλους γνώρισες ποια είναι η αληθινή πίστη. Επιτέλους κατάλαβες σε πιο σκοτάδι βρισκόσουν. Επιτέλους γνώρισες την απάτη της χριστιανοσύνης και προστρέχεις στην ομολογία του μουσουλμανισμού και στην ευσέβεια. Για αυτό, τώρα που θα αρνηθείς τον Χριστό και θα ομολογήσεις τον Μωάμεθ προφήτη θεού και απόστολο, θα σε ανταμείψουμε πλουσιοπαρόχως, για να χαρείς την παρούσα ζωή με άμετρη αγαλλίαση και την μέλλουσα στον παράδεισο.

Όμως, ο Άγιος Χρίστος, με θάρρος και αποκοτιά πολλή απεκρίθη:

Ανάθεμά σας με εκείνον τον πλάνο, που σας έβαλε μέσα σε τέτοια απάτη, και με τις εντολές και τους νόμους εκείνου, είστε χοιριωδέστεροι των χοίρων. Σε αυτή την πλάνη παρ’ ολίγον να ξέπεφτα και εγώ. Αλλά, ευχαριστώ τον Χριστό μου και Βασιλέα της κτίσεως που δεν με άφησε να χαθώ και να πέσω στην απώλεια, αλλά μου έστειλε σωτήριους οδηγούς που με οδήγησαν πάλι στην ευσέβεια, καθώς είχα τυφλωθεί από τις κακές συμβουλές της συζύγου μου, όπως πάλαι ποτέ ο πρωτόπλαστος.

Και κοιτάζοντας στους ουρανούς, είπε:

Ας μην γίνει ποτέ να Σε αρνηθώ Χριστέ μου, όχι μόνο με πράξεις, αλλά ούτε καν να τολμήσει να το επιθυμήσει αυτό η ψυχή μου. Και αν γίνεται ας πεθαίνω κάθε ώρα για το Όνομά Σου το άγιο, ώστε να εξαλείψω την χθεσινή μου αμαρτία, στην οποία με οδήγησε ο διάβολος μαζί με την γυναίκα μου.

Έπειτα, στράφηκε προς τους Αγαρηνούς, και τους είπε:

Γιατί αργοπορείτε; Χριστιανός και ήμουν και είμαι και τον Χριστό σέβομαι μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, τα δε δικά σας δόγματα ως αιτία απώλειας καταπατώ και το σουλτανικό διάταγμα αποστρέφομαι.

Αυτά τα λόγια, τάραξαν δυνατά τους ασεβείς και διέταξαν αμέσως να τον αποκεφαλίσουν.

ΚΗ. Σαν άκουσε την απόφαση ο Άγιος, έτρεξε χαρούμενος, μόνος του προς τον τόπο της καταδίκης, λέγοντας:

Σε ευχαριστώ Χριστέ μου, που δεν με άφησες να χαθώ, ούτε ο νοητός εχθρός να αρπάξει την αθλία ψυχή μου, αλλά με οδήγησες πάλι στην πίστη. Μεγαλύνω το άγιο Όνομά Σου, ότι νεκρός ήμουνα και με ανέστησες, χωρίς πνοή και μου έδωσες ζωή. Ιδού, πανάγιε Δέσποτα, τώρα που δέχομαι εκουσίως τον θάνατο για Σένα, μην μου κλείσεις την είσοδο της Βασιλείας Σου, συναρίθμησέ με σε αυτήν μαζί με τους εργάτες της εντεκάτης ώρας· ότι είσαι ευλογητός, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Και αφού είπε αυτά με συντετριμμένη καρδιά, γονάτισε περιμένοντας το τέλος. Και ο δήμιος έτοιμος, τον χτύπησε με το τροχισμένο σπαθί του αλλά αυτό συντρίφτηκε. Έπιασε και δεύτερο, μα και αυτό, σαν κτύπησε τον Μάρτυρα διαλύθηκε. Και τότε πήρε ο δήμιος ένα μαχαίρι, και τον έσφαξε σαν πρόβατο.

Και η μεν αγία ψυχή του πήγε στις αιώνιες μονές να συνευφραίνεται με τις τάξεις των Αγγέλων, με τις χοροστασίες των Αρχαγγέλων και με τα τάγματα πάντων των Αγίων. Το δε σεβάσμιο και άγιο λείψανό του έμεινε άταφο επί τρεις ημέρες, καθώς το φύλαγαν οι Τούρκοι. Και ύστερα από αυτές τις μέρες το έδωσαν στους Χριστιανούς, οι οποίοι το πήραν και το ενταφίασαν στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου Γαστούνης, στον ίδιο τάφο που είχαν θάψει και τον Άγιο Παναγή.

Τελειώθηκε ο θαυμάσιος Χρίστος, στις 9 Μαρτίου του 1716 μ. Χ., τον ίδιο δηλαδή χρόνο που μαρτύρησε και ο ιερός Παναγής, εις καύχημα και έπαινο της Ορθοδοξίας.

 

 

5. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

ΚΘ. Έτσι λοιπόν πολιτεύθηκαν οι Άγιοι Μάρτυρες στην παρούσα ζωή, όπως διαβάσατε με συντομία. Με αυτό τον τρόπο περπάτησαν την στενή και τεθλιμμένη οδό. Άφησαν πλούτο, κτήματα, υπάρχοντα και κάθε άλλη σωματική απόλαυση που είχαν και έχυσαν το αίμα τους για την αγάπη του υπέρ ημών αποθανόντος Χριστού. Για αυτό, χαίρονται τώρα τα ανεκλάλητα εκείνα αγαθά, τα ανερμήνευτα και ανέκφραστα στον αιώνιο και παντοτινό Παράδεισο.

Εμείς λοιπόν, ο ευσεβής κλήρος, που μαζευτήκαμε σήμερα εδώ για να γιορτάσουμε την μνήμη των Αγίων τούτων Νεομαρτύρων, ας μην ακούμε μόνο τους βίους των Αγίων, και να θαυμάζουμε απλώς την ανδρεία και την γενναιότητά τους. Αλλά, να ζηλέψουμε τα έργα τους και την θεοσέβειά τους. Μπορεί ο καιρός που ζούμε να μην είναι καιρός μαρτυρίου, και να μην χρειάζεται να χύσουμε το αίμα μας για την αγάπη του Χριστού, αλλά είναι καιρός μετανοίας, και αν αφήσουμε αυτό τον καιρό να περάσει και έρθει ο θάνατος, δεν μπορούμε πια να τον ξαναποκτήσουμε. Ας μετανοήσουμε τώρα, ότι αυτός ο καιρός είναι το στάδιο και ο μελλοντικός η ανταπόδοση. Ας κλάψουμε τώρα τις αμαρτίες μας και ας τις εξαλείψουμε με την εξομολόγηση, για να μην θρηνούμε ατελεύτητα σε εκείνη την κόλαση την αιώνια και παντοτινή. Ας ποθήσουμε τώρα, για να αποφύγουμε τον μελλοντικό τάρταρο. Ας μην μολύνουμε τον ναό του Θεού με το βρωμερό έργο της αμαρτίας, γιατί θα μας εξολοθρεύσει ο Θεός, όπως το βεβαιώνει ο μέγας Απόστολος, λέγοντας: ἀδελφοί, οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ἡμῶν ναὸς τοῦ ἐν ἡμῖν Ἁγίου Πνεύματος ἐστίν, καί: ὁ φθείρων τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός (Α΄ Κορινθίους 3, 16-17 & 6,19).

Ας μην προδώσουμε τον χριστιανό αδελφό μας, αλλά και οιονδήποτε άλλον, σε κριτές και αυθέντες, οι οποίοι τους κρίνουν άδικα και παίρνουν την περιουσία τους· ότι, τον Θεόν του ουρανού και της γης παροργίζουμε. Όχι μόνο επίορκοι να μην γινόμαστε, αλλά ούτε και δίκαιο και αληθινό όρκο ας μην παίρνουμε, προτάσσοντας τον Θεό, τους Αγίους, τον ουρανό και την γη, όπως μας κηρύττει το ιερό Ευαγγέλιο: Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ὁμόσαι ὅλως, οὔτε τὸν οὐρανὸν μήτε τὴν γῆν (Ματθαίος 5, 34-35), γιατί αλλιώς δεκάπηχο δρεπάνι σαν αυτό που είδε ο Προφήτης Ζαχαρίας, θα θερίσει την ζωή μας (Ζαχαρίας 5, 1-2). Ας μην αρπάζουμε την περιουσία των αδυνάτων και καταντήσουμε εμείς οι λογικοί σαν τα άλογα ζώα που τρώει το ένα το άλλο, γιατί κρίση Θεού και ανταπόδοση θα έρθει.

Ας φεύγουμε μακριά από κάθε αμαρτία μου μισεί ο Θεός και αγαπά ο διάβολος, γιατί  θα καταδικαστούμε στο αιώνιο πυρ. Ας έχουμε άδολη και καθαρή αγάπη ο ένας για τον άλλον, για να κατοικήσει και μείνει ο Θεός μέσα μας, όπως άλλωστε βοά ο υψιπετής αετός της θεολογίας: Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί, καὶ ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἐν τῷ Θεῷ μένει (Α΄ Καθολική Ιωάννου 4, 16).

 Να μην υπερηφανευόμαστε και να μην θεωρούμε τους εαυτούς μας πως είμαστε κάτι μεγάλο, γιατί γη και πηλός είμαστε. Πες μου άνθρωπε, όταν αμαρτάνεις καθημερινώς χωρίς ντροπή, ποιό διάφορο έχεις. Ποιό αιώνιο κέρδος αποκτάς; Δεν βλέπεις ποιός πολυκέφαλος όφις σε κυνηγά; Δεν στοχάζεσαι ποιός θανατηφόρος δράκοντας σε ακολουθεί; Δεν συλλογίζεσαι τι φοβερό θηρίο βαστάς κάθε ώρα πάνω στο κεφάλι, δηλαδή τον θάνατο; Ο θάνατος σε περιτριγυρίζει και εσύ συνεχίζεις να αμαρτάνεις χωρίς σταματημό; Ο θάνατος περπατάει μαζί σου, και εσύ σφάλλεις χωρίς να μετανοείς; Ο θάνατος σε φοβερίζει πως θα σου θερίσει την ζωή, και εσύ σαν να είσαι αθάνατος παροργίζεις τον Θεό σου και Ποιητή; Δεν ξέρεις πως είσαι θνητός και πρόκειται να πεθάνεις αύριο; Δεν γνώρισες ακόμη πως η ζωή μας αυτή είναι σαν μία εμποροπανήγυρη και κατά πως εμπορευθεί ο καθένας μας, θα απολάβει αντίστοιχα τις αμοιβές του Θεού; Δεν κατάλαβες πως η ζωή μας είναι ένα άνθος, που λίγο να καεί από τον ήλιο, ξηραίνεται και αφανίζεται; Είναι κανένας αιώνιος; Υπάρχει κανένας που δεν θα περάσει από την Κρίση του Θεού; Υπάρχει κανένας τόσο ανόητος, που να μην γνωρίζει πως ο Θεός θα παιδεύσει εκείνους που με μεγάλη αυθάδεια καταπατούν το θείο του πρόσταγμα; Είναι κανένας τόσο απαίδευτος που να μην καταλαβαίνει πως ο Θεός θα κολάσει τους αυθάδεις και απειθείς και θα δοξάσει στην αιώνια και παντοτινή δόξα Του, όσους με αληθινή αγάπη τέλεσαν τα θεία προστάγματά Του.

Ας φύγουμε λοιπόν χριστιανοί μου, από την βδελυρή αμαρτία, για να μπορέσουμε να φύγουμε και από τον ψυχικό θάνατο, δηλαδή την κόλαση. Ας μισήσουμε την αμαρτία, για να δυνηθούμε να περάσουμε την τεθλιμμένη εκείνη οδό, στην οποία οι ζοφεροί και σατανικόμορφοι δαίμονες, θα εμποδίζουν την άνοδό μας. Ας κλάψουμε τα προημαρτημένα αμαρτήματα, για να μην θρηνήσουμε ανώφελα στην άσβεστη και αιώνια φλόγα. Ας καθαρίσουμε την ψυχή μας από τις κακές επιθυμίες μας και τις ρυπαρές ενθυμήσεις, ότι τον Θεό του ουρανού κα της γης έχουμε Κριτή, τον Θεό θα συναντήσουμε για να ανταποδώσει στον καθένα κατά τα έργα του. Καί τότε, εκεί, δώρα δεν χρειάζονται, ρήτορες δεν ωφελούν, βοηθοί δεν ακούγονται, φίλοι να βοηθήσουν δεν δύνονται· μόνο η επίδειξη των αγαθών έργων, είναι στερεή και αμετασάλευτη βοήθεια. Ας εξομολογηθούμε όσα σφάλλαμε, για να εξαλείψουμε τα χειρόγραφα των αμαρτιών μας, που τα κρατούν οι πονηροί δαίμονες ως δικαστές, για να μας οδηγήσει η αυτάγαθος πρόνοια του Θεού, σε σωτήριο τόπο. Ας περάσουμε εδώ ζωή ειρηνική, ατάραχη, ασκανδάλιστη, για να αξιωθούμε στην μέλλουσα την Βασιλεία των Ουρανών. Την οποία μακάρι να επιτύχουμε, με την χάρη και την φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα. Αμήν



                             πηγή: voutsinasilias.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου