Πρωτοπρεσβυτέρου Θεμιστοκλέους Στ. Χριστοδούλου, Δρ. Θ.
ΚΑΝΟΝΑΡΙΟΝ ΕΙΣ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥΣ
Ἔκδοσις ἀνεκδότων κανόνων εἰς κεκοιμημένους
Ἐκδόσεις Ὁμολογία
Ἀθήνα 2008
Διορθώσεις κειμένων: Καθηγουμένη Ι. Μονῆς Κοιμήσεως Θεοτόκου Κυπαρισσιωτίσσης καὶ Ἄγ. Ἰεροθέου Μεγάρων Ἰσιδώρα Μοναχή.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Πρόλογος, ὑπὸ τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ἐδέσσης κ. Ἰωήλ.
Εἰσοδικὸν ὑπὸ τῆς Καθηγουμένης Ἰσιδώρας Ἁγιεροθείτισσης.
Εἰσαγωγικὸν σημείωμα ὑπὸ τοῦ ἐκδότου.
I. ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΙΣ ΚΟΙΜΗΘ. ΜΟΝΑΧΟΥΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΖΟΥΣΑΣ
Κανὼν εἰς κοιμηθέντας μοναχούς.
Κανὼν ἀναπαύσιμος εἰς τελευτήσαντα τὸν βίου λαβόντος τὸ σχῆμα .
Ἕτερος κανὼν εἰς κοιμηθέντας μοναχούς.
Κανὼν εἰς κοιμηθέντα ἡσυχαστήν.
Κανὼν εἰς μονάζουσαν, Κλήμεντος.
Ἕτερος κανὼν ἀναπαύσιμος εἰς μοναζούσας.
Κανὼν ἐπιτάφιος ψαλλόμενος τῇ ἐπαύριον ἠνίκα τελευτήσῃ μοναχός.
II. ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΙΣ ΚΟΙΜΗΘΕΝΤΑΣ ΙΕΡΕΙΣ ΚΑΙ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥΣ
Κανὼν ἀναπαύσιμος εἰς κοιμηθέντα ἱερέα καὶ ἡγούμενον.
Ἕτερος κανὼν εἰς ἡγούμενον .
Κανὼν νεκρώσιμος εἰς Ἱερεῖς.
Ἕτερος κανὼν εἰς κοιμηθέντα Ἱερέα.
III. ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΙΣ ΚΟΙΜ. ΠΑΡΘΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΥΣ
Κανὼν ἀναπαύσιμος εἰς παρθένους.
Ἕτερος κανὼν ἀναπαύσιμος εἰς παρθένους.
Κανὼν εἰς ὑποτακτικόν.
Ἕτερος κανὼν εἰς ὑποτακτικόν.
IV. ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΙΣ ΚΟΙΜΗΘΕΝΤΑΣ
Κανὼν ἀναπαύσιμος εἰς κοιμηθέντας.
Ἕτερος κανὼν εἰς κοιμηθέντας.
Κανὼν ἀναπαύσιμος εἰς πρόσωπον λειψάνου.
V. ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΙΣ ΚΟΙΜΗΘΕΝΤΑ ΝΗΠΙΑ
Κανὼν ἀναπαύσιμος εἰς νήπια.
Ἕτερος κανὼν εἰς νήπια .
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ὑπὸ τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ἐδέσσης, Πέλλης καὶ Ἀλμωπίας κ. ΙΩΗΛ.
Οἱ
ἁγιώτατοι τῆς Ἐκκλησίας Πατέρες, πολλὲς φορὲς ἐτόνιζαν τὴν ἀναγκαιότητα
τῆς μνήμης θανάτου. «Ὥσπερ ἀδύνατον τὸν πεινῶντα μὴ μνημονεύειν ἄρτου,
οὕτως ἀμήχανον μὴ μνημονεύειν ἐξόδου καὶ κρίσεως τὸν σωθῆναι
σπουδάζοντα» (Ἰωάννου τῆς Κλίμακος, Λόγος ΚΣΤ, Περὶ Διακρίσεως, ἐκδ.
Παρακλήτου, 1978, σ. 330), θὰ τονίσει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος.
Βέβαια, κάθε ἐπιθυμία τοῦ θανάτου δὲν εἶναι καὶ κατὰ Θεόν. Ἐκείνη ἡ
ἐπιθυμία εἶναι φιλόθεος, ποῦ γεννιέται ἀπὸ τὸν πόθο τοῦ ἀνθρώπου νὰ
ἑνωθεῖ μὲ τὸ Θεό. Π.χ. Ὁ θάνατος τῶν μαρτύρων «οὐκ ἐστίν θάνατος, ἀλλὰ
ζωῆς βελτίονος, ἀρχὴ καὶ πολιτείας πνευματικωτέρας, προοίμιον καὶ
μετάστασις ἀπὸ τῶν ἐλαττόνων πρός τὰ βελτίῳ», γράφει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος
(Εἰς τὸν ἅγιον μάρτυρα Βαβύλα. ἐκδ. Λόγος, τ. 5, σ. 91). Γιὰ τὸ
Χριστιανό, ὁ θάνατος μετὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀνάπαυση καὶ
ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τῶν κόπων καὶ τῶν ἱδρώτων, εἶναι τὸ τέρμα τοῦ ἀγῶνός του, ἡ
ἀρχὴ μίας ἄλλης ἀβράδυαστης μέρας. Ἐπίσης, οἱ νηπτικοὶ Πατέρες, τὴν
μνήμην τοῦ θανάτου τὴν ἔχουν ὡς φάρμακο ἐναντίον τῆς ἀκηδίας, τῆς
ῥαθυμίας, τῆς πνευματικῆς χαυνότητος, καὶ γενικά, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν
πνευματικὲς καταστάσεις ἁμαρτωλές. Κάποιος μάλιστα ἀπὸ τοὺς ἀββάδες, μᾶς
προτρέπει νὰ πηγαίνουμε στοὺς «σορούς», δηλ. στὰ μνήματα γιὰ νὰ
βλέπουμε τὴν ματαιότητα τοῦ κόσμου. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀγωνίζονται, ζοῦν
γιὰ τὸν Χριστὸν «ἔμοὶ γὰρ τὸ ζῆν Χριστός, καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος» (Φιλ.
1, 21), μᾶς λέγει ὁ ἀποστολικὸς λόγος.
Τὸν
θάνατον, τὴν κρίση, τὴν παράσταση τοῦ ἀνθρώπου στὸ κριτήριο τοῦ Θεοῦ,
τὴν Δευτέρα Παρουσία, τὴν ἀπολογία μας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καὶ τὰ ὅμοια,
ἄριστα τὰ περιγράφουν οἱ ὑμνογράφοι ποιητὲς τῆς Ἐκκλησίας μας. Βρίθουν
τὰ λειτουργικὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ ἱκετηρίους κανόνες γιὰ τὴν
βοήθεια τοῦ ἀνθρώπου μετὰ θάνατο. Αὐτὰ τὰ ὑμνογραφήματα, ὅταν εἶναι
ὀρθόδοξα γραμμένα, εἶναι ὑπομνηματισμοὶ τῆς διδασκαλίας τῆς Ἁγίας Γραφῆς
περὶ θανάτου. Τὰ τροπάρια τῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας εἶναι δογματικὰ
ποιητικὰ ἀριστουργήματα τῆς ὑμνολογίας μας. Ἡ διάσωση τοῦ λειτουργικοῦ
μας πλούτου εἶναι σπουδαιοτάτη ἐργασία τῶν ὁποίων ἐρευνητῶν. Ἔτσι καὶ ἡ
προσπάθεια τοῦ Αἰδεσιμολογιωτάτου Πρωτοπρεσβυτέρου καὶ ἀρίστου
ἐπιστήμονος π. Θεμιστοκλέους Στ. Χριστοδούλου νὰ διασώσει κανόνες εἰς
κεκοιμημένους εἶναι σπουδαία ἐργασία. Ὅπως καὶ ὁ ἴδιος λέγει τὸ
«Κανονάριον εἰς Κεκοιμημένους», δηλ. τὸ ἀνὰ χεῖρας βιβλίον, εἶναι,
πολυχρόνιος καρπὸς ἐρεύνης στὶς βιβλιοθῆκες τοῦ Βατικανοῦ, τῆς
Κρυπτοφέῤῥης καὶ γενικά της Ἰταλίας.
Τί
εἶναι τὸ Κανονάριον εἰς Κεκοιμημένους; Εἶναι εἴκοσι κανόνες εἰς
κοιμηθέντας Μοναχούς, Μοναζούσας, Ἱερεῖς, Ἡγουμένους, Παρθένους,
Ὑποτακτικούς, γενικὰ εἰς Κοιμηθέντας καὶ εἰς Κοιμηθέντα Νήπια. Οἱ
κανόνες αὐτοὶ εἶναι γραμμένοι στὰ μέτρα διαφόρων ἤχων. Π.χ. Ὁ πρῶτος
κανόνας εἶναι γιὰ κοιμηθέντες Μοναχοὺς καὶ Μονάζουσες σὲ ἦχο β´. Ὁ
ἕβδομος κανόνας, ὁ ἀφιερωμένος σὲ μοναχοὺς σὲ ἦχο πλ. β´. Ὁ
προτελευταῖος κανόνας τῶν νηπίων σὲ ἦχο πλ. δ´. Ἐντύπωση προκαλεῖ ὁ
θεολογικὸς πλοῦτος ποῦ ὑπάρχει μέσα στὰ τροπάρια τῶν κανόνων. Ἂς δοῦμε
μερικὰ δείγματα: Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ποὺ λέγει πῶς θὰ ἔλθει κατὰ τὴν
Δευτέρα Παρουσία καὶ θὰ καθίσει σὲ θρόνο κρίσεως (Ματθ. 25, 31)
εὑρίσκεται ὡς θέμα σὲ πολλὰ τροπάρια. Π.χ. Στὸ πρῶτο τροπάριο τῆς ὀγδόης
ὠδῆς τοῦ προπου κανόνος «Ὅταν καθίσης ὁ Θεὸς ἐπὶ θρόνου φοβεροῦ
δικαιοκρίτα ἀποδοῦναι ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ, συγγνώμην παράσχου
ἄφεσιν τῶν πλημμελημάτων Χριστὲ τῷ μεταστάντι». Τὰ ἴδια λέγονται καὶ στὸ
δεύτερο τροπάριο τῆς ἕκτης ὠδῆς τοῦ πέμπτου κανόνος καὶ ἀλλοῦ. Ἐπίσης,
ὑπάρχουν θαυμάσιες θεολογικὲς ἔννοιες ποῦ κάνουν λόγο γιὰ τὸ
ἀπροσωπόληπτον τοῦ Κυρίου, γιὰ τὴν στολὴ τῆς ἀφθαρσίας, ποὺ εἶναι τὸ φῶς
τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὴν ματαιότητα τῶν ἐγκόσμιων, γιὰ τὴν ἀγαθότητα τοῦ
Θεοῦ, γιὰ τὸ μοναδικὸ κάλλος τῆς ἄλλης ζωῆς καὶ γιὰ πολλὰ ἀλλὰ ποῦ
συγκροτοῦν τὶς σχέσεις Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. Μερικοὶ κανόνες ξεχωρίζουν γιὰ
τὴν ποιητικὴ ἀρτιότητά τους καὶ τὸν ὑμνολογικὸ πλοῦτο τους, ὅπως π.χ. ὁ
ἕκτος κανόνας τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ ὑμνογράφου, ὁ δέκατος ἕκτος κανόνας τῆς
Κασσίας κ.α. Ἀκόμη παρατηροῦμε σπάνιες λέξεις, νοήματα λεπτὰ ποὺ
συνδέουν τὸν κατὰ κανόνα μονάζοντα ἀσκητή, ποῦ ἐκδαπανήθηκε στὴν
προσευχὴ καὶ στὴν ἄσκηση, μὲ τὸ μυστήριο τοῦ θανάτου καὶ τῆς αἰωνίας
ζωῆς. Φαίνεται ἐπίσης ἡ φιλάδελφη διάθεση τῶν ζώντων γιὰ τὸν
κεκοιμημένο, ἡ ἀγωνία τῶν φίλων γιὰ τὴν κατάληξη τὸν ἀπελθόντος εἰς τὰς
αἰωνίας μονάς, ἡ ἀκράδαντη πίστη πῶς ὑπάρχει συνέχεια στὴ ζωὴ αὐτή.
Ἀναμφιβόλως
ὑπάρχει μιὰ πρωτοτυπία στοὺς κανόνες αὐτοὺς καὶ ἀσφαλῶς ἡ ἔκδοσή τους
θὰ δώσει σὲ πολλοὺς τὴν εὐκαιρία νὰ τοὺς χρησιμοποιήσουν ἀνάλογα μὲ τὴν
περίπτωση γιὰ τοὺς προσφιλεῖς τους κεκοιμημένους.
Ἀξίζουν
πολλὰ συγχαρητήρια στὸν ἀνακαλύψαντα τοὺς κανόνας καὶ βεβαίως πολλὰ
κοπιάσαντα γιὰ τὴν ἀποκατάσταση καὶ τὴν ἔκδοση τοὺς π. Θεμιστοκλῆ. Ἡ
δημοσίευση τῶν ὡραίων αὐτῶν κανόνων, ποῦ ἔχουν σὰν ἀντικείμενο τὸ
σπουδαιότερο πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου, δηλ. τὸ θάνατο, ἀποδεικνύει πῶς καὶ
σήμερα ὑπάρχουν Κληρικοὶ μὲ ἀνεπτυγμένο τὸ ποιμαντικὸ αἰσθητήριο καὶ τὴν
ἐπιστημονικὴ γνώση. Ἂς λάβει, λοιπόν, ὁ ἀγαπητὸς ἐν Χριστῷ ἀδελφὸς τὸ
«μισθό του» ἀπὸ τὸν Κύριο τῶν ζώντων καὶ τῶν νεκρῶν.
ΕΙΣΟΔΙΚΟΝ
Ὁρῶν
ὁ μέγας ἐν ἀσκηταῖς Σισώης ἐν τῷ τάφῳ τὸ σῶμα τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων
Ἀλεξάνδρου, τοῦ πάλαι διαλάμψαντος ἐν δόξῃ, φρίττων καὶ τὸ ἄστατον τῆς
προσκαίρου τιμῆς καὶ ματαιότητος λογιζόμενος, λυπηθεὶς ἐν θρήνοις καὶ
κλαύσας εἶπεν ἐν ἑαυτῷ: Ὤ! Ὤ! θάνατε! τίς δύναται φυγεῖν σε;
Ἡ
πλέον χρήσιμος καὶ ὠφέλιμος σκέψις τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς, εἶναι ἡ
μελέτη τοῦ θανάτου. Καὶ εἰς μὲν τοὺς δικαίους καὶ ἀγωνιζομένους πιστοὺς
εἶναι οἰκεία καὶ προσφιλής, καθόσον φέρει τούτους ἐγγύτερον εἰς τὸν
Κύριον καὶ Βασιλέα τοῦ παντός, τὸν Κυβερνήτην τῆς ζωῆς ἡμῶν, τὸν ὁποῖον
«πόθῳ φίλτρου ἱεροῦ» ἀγαπῶμεν ἐκτενῶς. Εἰς τοὺς ἀδίκους πάλιν καὶ μακρὰν
τοῦ Θεοῦ ἑστῶτας, ἡ σκέψις αὕτη τοῦ θανάτου προξενεῖ φόβον καὶ
ἀπόγνωσιν ὀδυνηράν.
Δι᾿
ἡμᾶς, τοὺς πιστεύοντας εἰς τὴν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ καὶ γνωρίζοντας τὰ
ἐξ αὐτῆς αἰώνια καὶ ἀνέκφραστα ἀγαθά, ὁ θάνατος εἶναι ἡ προσδοκωμένη
εὐεργεσία. Ἡ δὲ μελέτη τοῦ θανάτου εἶναι ἡ προσφιλής μας ἀδολεσχία,
καθόσον ὁ θάνατος εἶναι μία πύλη, δηλαδὴ ἕνας σταθμὸς εἰσόδου εἰς μίαν
ἄλλην χώραν, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ πάντα εἶναι πλήρη φωτὸς καὶ δόξης, πλήρη
χαρᾶς καὶ μακαριότητος.
Διὰ
τοῦτο, ἡμεῖς οἱ Χριστιανοὶ δεν θρηνοῦμεν, οὔτε λυπούμεθα καθὼς καὶ οἱ
λοιποί, οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα, κατὰ τὴν προτροπὴν τοῦ οὐρανοβάμονος καὶ
θεοειδεστάτου Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου. Ἡμεῖς οἱ χριστιανοί, πρός
ὀλίγον λυπούμεθα, ἀλλ᾿ οὐ σκυθρωπάζομεν. Ἐπὶ μικρὸν θλιβόμεθα, ἀλλ᾿ οὐ
στενοχωρούμεθα, οὐδὲ τὰ τῆς ἀπογνώσεως γνωρίζομεν κατάλοιπα. Ἔχομεν γὰρ
ἐλπίδα κραταιὰν καὶ ἀδιάψευστον, τὴν πίστιν πρός τὸν Θεόν, τὸν Ἀρχηγὸν
ζωῆς τε καὶ θανάτου. Καὶ ἡ πεποίθησις αὕτη πρός Αὐτόν, καθιστᾶ ἡμᾶς
ἀνδρείους πρὸ τῆς πραγματικότητος τοῦ θανάτου. Οὐ δειλιῶσι τὸν θάνατον
οἱ ἀγαπῶντες τὸν Θεόν, οὐ τρέμουσι τὴν ἔξοδον ἐκ τοῦ παρόντος βίου οἱ
φυλάσσοντες τὰς θείας ἐντολάς. Οὐ λιποψυχοῦσι πρὸ τῆς σκέψεως τῆς
τελευτῆς των οἱ φίλοι τοῦ Θεοῦ, οὐδὲ ἀπομακρύνουσι τὸν λογισμὸν τῶν ἐκ
τῆς ὥρας ταύτης ὑπὸ δυσφορίας κατεχόμενοι. Ἀλλ᾿ ἐν ἐλπίδι πολλῇ
ἀναμένουσι τὴν ἔλευσιν τοῦ Ἀγγέλου, ὅστις μέλλει ὁδηγήσει τὴν ψυχὴν
αὐτῶν εἰς χεῖρας Θεοῦ τοῦ Δημιουργοῦ καὶ Πλάστου, προετοιμαζόμενοι διὰ
τὴν ὥραν ταύτην ἐν μετανοίᾳ, ἐξομολογήσει καὶ πάσῃ ἅλλῃ ἀγαθοεργίᾳ.
Ταπεινοῦντες δὲ καθ᾿ ἡμέραν ἑαυτούς, ὡς ἁμαρτωλοὶ καὶ εὐτελεῖς δοῦλοι,
τὴν πενίαν αὐτῶν ὁμολογοῦσι καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ τὸ μέγα καὶ ἀνείκαστον
ἐπιζητοῦσι, τὸ δυνάμενον ἡμᾶς σῶσαι καὶ ἐν τοῖς ἐκλεκτοῖς συναριθμήσαι.
Ἐνθυμούμενοι
ὡσαύτως τὴν ἀπολογίαν, ἥν μέλλει πάντες ἀποδώσειν ἑνώπιον τοῦ Βήματος
τοῦ ἀπροσωπολήπτου καὶ Δικαίου Κριτοῦ, προετοιμάζουσι ἑαυτοὺς διὰ τῆς
ἐργασίας τῶν ἀρετῶν, ὥστε μὴ εὑρεθῆναι ἀνέτοιμοι, ὡς αἱ μωραὶ παρθένοι,
αἱ μὴ φροντίσασαι τὰς λαμπάδας ἑαυτῶν, τοῦ εἶναι πλήρεις ἐλαίου. Ἀλλ᾿ ἐν
παντὶ νήφοντες, προσευχόμενοι, ἐν εὐποιΐας καὶ ἀγάπαις προκόπτοντες,
ἕτοιμοι εὑρεθῶσι καὶ ἀνέγκλιτοι Κυρίῳ τῷ Θεῷ παρασταθῶσιν.
Τὸ
γεγονὸς τοῦ θανάτου κρύπτει μεγαλειῶδες καὶ ἀσύληπτον πλοῦτον παροχῆς.
Εἶναι μυστήριον μέγα ὄντως καὶ φοβερώτατον. Ἀλλ᾿ εἶναι καὶ ἀπολαύῃ
κέρδους, μὴ μετρωμένου κατὰ τὴν τοῦ κόσμου τούτου δοσοληψίαν καὶ
συναλλαγήν. Ὁ παρὼν βίος εἶναι ἐμπορία καταλλαγῇς. Ἀνταλλάσσωμεν τὰ
φθαρτὰ μὲ τὰ ἄφθαρτα, τὰ πρόσκαιρα μὲ τὰ αἰώνια, τὰ μηδαμινὰ μὲ τὰ
πολύτιμα, τὰ ψευδῆ μὲ τὰ ἀληθινὰ καὶ ἀκίβδηλα, τὰ ἐπίγεια μὲ τὰ οὐράνια.
Καὶ τὸ κέρδος ἐκ τῆς ἐμπορίας ταύτης εἶναι βαρὺ καὶ ἀνυπολόγιστον.
Κερδαίνομεν γὰρ τὰ ἀσύληπτα καὶ ἀπροσμέτρητα ἀγαθὰ τῆς αἰωνιότητος. Καὶ
τῷ Θεῷ καλῶς καταλλαγέντες, τὴν Αὐτοῦ ἀγάπην τὴν Πατρικὴν καὶ
ἀνεξάντλητον εὑρίσκωμεν, τῆς ὁποίας τὴν προγεῦσιν ἐν ἐσόπτρῳ νῦν
καθορῶμεν καὶ ἐν μέρει ἐπιγινώσκομεν. Τότε δὲ πρόσωπον πρός πρόσωπον
ὀψόμεθα καὶ ἐν τελειότητι λειτουργίας ἀτελευτήτου ἐπιτελέσομεν μετὰ τοῦ
Θεοῦ Πατρός, ἐν τῇ ἐπισυνάψει τῆς Αὐτοῦ πλουσιοπάροχου χάριτος.
Εὐλογημένη
εἶναι ἡ Βασιλεῖα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν
καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Εὐλογημένη καὶ ἡ στιγμὴ ποῦ μας
εἰσαγάγει εἰς αὐτήν. Εὐλογημένη ἡ ὥρα τῆς ὑποδοχῆς ταύτης ἐν συναντήσει
τοῦ Θεοῦ τοῦ φιλαγάθου. Καὶ πλήρως καὶ ὁλοτελὼς εὐλογημένη ἡ ὥρα αὕτη
τῆς ἐξόδου τῶν πιστῶν ἐκ τοῦ παρόντος βίου. Καθόσον ἐν τῇ ὥρα ταύτῃ
ὑπάντωσι τοῦ Θεοῦ τὸ πρόσωπον καὶ τὸ κάλλος Αὐτοῦ τὸ ὑπερθαυμαστὸν καὶ
ἐπιθυμητὸν ἐκ ἐκστάσει καθορῶσι, ὅσοι εἰς Αὐτὸν πιστεύουσι καὶ ἐν Αὐτῷ
εἰλικρινῶς δουλεύουσιν.
Διὰ
τὴν μακαρίαν ὥραν ταύτην, πλείστους ὅσους θησαυροὺς ὑμνολογίας
ἐναποθέτει ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, εἰς τοὺς πιστοὺς δούλους αὐτῆς,
κληροδοτούσα ἅμα εἰς τὰς γενεὰς τῶν γενεῶν τὴν περιουσίαν τῶν θησαυρῶν
τούτων. Νοσταλγοὶ τοῦ πλούτου τούτου, πάντες εἰσὶ οἱ ἐν Θεῷ βαδίζοντες
καὶ μετ’ Αὐτοῦ υἱοπρεπῶς συντασσόμενοι καὶ ἀληθοπρεπῶς πορευόμενοι,
δοξολογοῦντες Αὐτοῦ τὰ μεγαλεία. Ἀναζητοῦντες δὲ τὴν μετ’ Αὐτοῦ
κοινωνίαν, ἐν τῇ ἐπιτεύξει τῆς ταυτοπρεποῦς ἑνώσεως μετὰ τοῦ Θεοῦ,
ἐπιγινώσκουσι τὴν πολλὴν Αὐτοῦ ἀγαθότητα, ἥν ἡ ὤρα τῆς συναντήσεως
ταύτης καλῶς καὶ γνησίως ἐπισφραγίζει.
Μακάριοι
οἱ ἄμωμοι ἐν ὁδῷ, οἱ πορευόμενοι ἐν ταῖς ὁδοῖς Κυρίου τοῦ Θεοῦ.
Μακάριοι οἱ ἀγαπῶντες τὰ προστάγματα Αὐτοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτά.
Μακάριοι οἱ ἐπιμελῶς ἐτοιμάζοντες ἑαυτοὺς εἰς συνάντησιν τοῦ Κυρίου. Ἐν
ἐκείνη τῇ ὥρᾳ οὐ ταραχθήσονται, οὐδὲ φοβηθήσονται, ἀλλὰ γνώσωνται τὸ
ἔλεος Αὐτοῦ καὶ τὸ ἐκ τούτου ὄφελος.
Διὰ
τοῦτο καὶ ἐν τῇ ἐξοδίῳ Ἀκολουθίᾳ, ψάλλομεν μετὰ τῆς πενθίμου χαρμολύπης
τό: «μακάρια ἡ ὁδός, ἡ πορεύει σήμερον, ἀδελφέ, ὅτι ἡτοιμάσθη σοι τόπος
ἀναπαύσεως».
Ἡ
λύπη συμπλέκεται μετὰ τῆς χαρᾶς, τὸ πένθος συμφύρεται μετὰ τῆς
παρηγορίας, ἡ κατήφεια ἀλληλοπεριχωρεῖται μετὰ τῆς φαιδρᾶς καὶ
εἰρηνοδώρου παρακλήσεως. Καὶ οὕτω οἱ ἐν τῇ γῇ, τὰ τοῦ οὐρανοῦ θεωροῦντες
καὶ λογιζόμενοι, ἐκείνοις συνομιλοῦσι καὶ ἐκείνοις προσειδιάζουσιν.
Οὑ
χωροῦσιν ἐνταῦθα ὀλολυγμοὶ καὶ σπαραγμοί. Οὐ χρεία δακρύων στυγηρῶν καὶ
θρήνων οἰκτρῶν καὶ οἰμωγῶν ἐμπόνων. Ἀλλὰ τὴν λύπην ἡμῶν ἐν συνέσει
πολλῇ, ὡς πιστοὶ διερχόμενοι καὶ ἐν ἐλπίδι συγκεράσαντες τῆς
προσδωκομένης μισθαποδοσίας τὰ ἀγαθά, μετριάσωμεν τὸ βαρὺ αὐτῆς κάλυμμα
καὶ εἰς παράκλησιν μεταβῶμεν ἀναψυχῆς βεβαίας. Καὶ τότε δοξάσωμεν Θεόν,
τὸν δι’ ἡμᾶς ἑκουσίως θάνατον καὶ ταφὴν καταδεξάμενον, ἵνα ἡμᾶς μετόχους
δόξης αἰωνίου καταστήσῃ καὶ Ἀναστάσεως χαρίσηται ἡμῖν τὰς εὐεργεσίμους
δωρεᾶς καὶ ἀπολαύσεις.
Τί
ἀνταποδώσομεν Κυρίῳ τῷ Θεῷ, ἀντὶ τῶν τοιούτων εὐεργεσιῶν; Πῶς ἐπαξίως
ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὴν τοιαύτην πρός ἡμᾶς Χάριν τε καὶ εὔνοιαν; Πῶς
σταθῶμεν ἑνώπιον τῆς Ἀγάπης Αὐτοῦ, ἐξ ἧς κινούμενος μεριμνᾷ ἡμῶν τὰ
πάντα πρός σωτηρίαν αἰώνιον;
Πρεπόντως
Αὐτὸν δοξολογήσωμεν, ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς χρεωστικαῖς Αὐτῷ εὐχαριστήσωμεν
καὶ εὐαρέστῳ προθέσει Τούτῳ ὡς εὐεργέτῃ καὶ Θεῷ λατρεύσωμεν. Τὸ γόνυ δὲ
ψυχῆς τε καὶ σώματος κλίνωμεν, τὴν προσήκουσαν τιμὴν καὶ τὴν προσκύνησιν
προσάγοντες.
Ὡς
μικρὸν εὐχαριστίας ἀνταπόδομα, πρός τὸν τῶν ὅλων Κύριον καὶ Θεόν,
ἐκδίδοται καὶ ἡ παροῦσα λειτουργικὴ καὶ ὑμνολογικὴ βίβλος, ἵνα τὰς
χρείας τῶν πιστῶν καλύπτουσα, τὰς ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ καὶ τὰς κατ’ οἶκον
ἅμα ἑνὸς ἑκάστου ἀνάγκας ἀναπληρώσῃ. Καθόσον ἐν παντὶ καιρῷ καὶ τόπῳ,
τὰ τοῦ θανάτου ὑμνολογεῖν μεγαλεία ἐφιέμεθα καὶ τούτου μελετᾶν ἡμέρας
καὶ νυκτὸς μεμαθήκαμεν.
Συμπληρωματικὴ
οὖσα ἡ βίβλος αὕτη τῆς ἥδη ὑπαρχούσης νεκρωσίμου ἀσματολογίας, προσδοκᾷ
εἰς ἕτι μεγαλυτέραν καὶ πληρεστέραν ὠφέλειαν τῶν πιστῶν τοῦ Θεοῦ
δούλων.
Ὡς συνέχεια δὲ τῶν δύο προηγηθεισῶν ἐκδόσεων μὲ τίτλον: «Η ΝΕΚΡΩΣΙΜΗ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟΥΣ ΚΩΔΙΚΑΣ 10ου ΕΩΣ 12ου ΑΙΩΝΟΣ», ἀποτελεῖ συμπληρωματικὴ προσφορὰ εἰς τὸν πλοῦτον τῆς Μητρὸς ἡμῶν Ἐκκλησίας.
Συμφρονοῦσαι
τῷ ἐν Χριστῷ ἀδελφῷ σεβαστῷ καὶ προσφιλεστάτῳ ἡμῶν πρωτοπρεσβυτέρῳ
πατρὶ Θεμιστοκλῇ Στ. Χριστοδούλου καὶ συνευδοκοῦσαι τῇ αὐτοῦ εὐγενεῖ
σκέψῃ καὶ φιλοτίμῳ ἐνεργείᾳ, ὑπακούσασαι ἅμα τῇ ἀδελφικῇ αὐτοῦ προτροπῇ
καὶ παραινέσει, προέβημεν εἰς τὴν συγγραφὴν τοῦ παρόντος εἰσοδικοῦ
προοιμίου. Ὁ λόγος παρακατιὼν πολλὰ ἐξέφρασεν. Ἀλλὰ καὶ ποῖος δύναται,
κἂν ὅλων τῶν ῥητόρων τὴν δυνότητα συνάξῃ, ποῖος δύναται τὴν τοῦ τάφου
σιγὴν ἐγκωμιάσαι καὶ τὰ ἐξ αὐτῆς ἀπαριθμήσαι διδάγματα; Διό, ἀρκούμενοι
εἰς τὸ πατερικὸν λόγιον: «Ἀγαθὸν ὑπέρτερον παντὸς ἀγαθοῦ ἐστὶ ὁ φόβος ὁ
ἐξ ἀγάπης Θεοῦ καὶ ἡ μνήμη θανάτου», εὐχόμεθα ὅπως ὅλοι οἱ πιστοί, τὴν
βίβλον ταύτην ἐγκολπωθῶμεν καὶ τοῖς ἐν αὐτῇ ὕμνοις ἐπιμελῶς
κατατρυφῶντες, φθάσαι ἀξιωθῶμεν εἰς τὸν τέλειον τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ
βαθμόν, ἐξ οὗ πᾶν καλὸν δίδοται καὶ τῶν ἀγαθῶν ἀποκτᾶται ἡ πληρότης. Καὶ
οὕτω τὸν θάνατον ἐνθυμούμενοι καθ’ ἑκάστην, Θεῷ τῷ Νικητῇ τοῦ Θανάτου,
ἀναστασίμους εἴπωμεν ᾠδὰς καὶ ὡς Νυμφίον ὑπαντήσωμεν, τὰς λαμπάδας
φέροντες πλήρεις ἐλαίου. Ἵνα σὺν παρθένοις ταῖς φρονίμοις, εἰς τὴν χαρὰν
εἰσέλθωμεν τὴν ἄῤῥητον καὶ μὴ ἔχουσαν τέλος, Θεὸν δοξολογῶντες τὸν
Τρισάγιον, ᾧ πρέπει ἡ μεγαλοπρέπεια καὶ ἡ τιμὴ εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.
Ἔγραφον ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς ἱερᾷ Μονῇ Κοιμήσεως Θεοτόκου Κυπαρισσιωτίσσης καὶ Ἁγίου Ἱεροθέου Μεγάρων.
Τῇ 17ῃ Φεβρουαρίου 2008. Κυριακῇ Τελώνου καὶ Φαρισαίου.
Ἡ Καθηγουμένη Ἰσιδώρα Μοναχὴ
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΩΝ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ὑπὸ τοῦ ἔκδοτου
Τὸ
«Κανονάριον εἰς Κεκοιμημένους» ἀποτελεῖ κατὰ κάποιο τρόπο τὸν δεύτερον
τόμον περὶ τῶν νεκρωσίμων, ἀφοῦ ὁ πρῶτος εἶναι τὸ ἤδη ἐκδοθὲν ἔργον
«Εὐχολόγιον εἰς κεκοιμημένους» στην ἐπιστημονικὴ σειρὰ «Εἱρμὸς» τῶν
ἐκδόσεων τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (τ. Α.). Ἡ
ἐκδοτικὴ αὐτὴ προσφορὰ ἀποτελεῖ καρπὸ τῆς ἔρευνας σὲ διάφορες
βιβλιοθῆκες τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ποῦ πραγματοποίησε ὁ γράφων
κατὰ τὴ διάρκεια τῆς συντάξεως τῆς διδακτορικής του διατριβῆς μὲ θέμα:
«Ἡ νεκρώσιμη ἀκολουθία κατὰ τοὺς χειρόγραφους κώδικες ΧΧΙΙ αἱ.», ἔργον
τὸ ὁποῖον ἐξέδωσε ὁ φιλίστωρ Πανοσιολ. Ἀρχιμ. π. Δαμασκηνὸς Γαβαλάς,
Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Προφ. Ἡλίου Θῆρας, στὴ σειρὰ
τῶν ἐκδόσεών τους, μὲ τίτλο «ΘΕΣΒΙΤΗΣ».
Τὸ
«Κανονάριον εἰς Κεκοιμημένους» ἀποτελεῖ σύμφωνα μὲ παλαιὰ συνήθεια ποῦ
προέρχεται ἀπὸ τὸ μοναστικὸ χῶρο, ἕνα ἰδιαίτερο λειτουργικὸ βιβλίο. Αὐτὸ
περιέχει μόνο νεκρώσιμους Κανόνες, δηλαδὴ ᾄσματα μὲ στιχολογία ἀπὸ τὶς
ἐννέα βιβλικὲς ᾠδές, συμπεριλαμβανομένης σὲ κάποιους νεκρώσιμους κανόνες
καὶ τῆς β΄ ᾠδῆς που ὡς γνωστὸν λείπει ἀπὸ τοὺς Κανόνες, παρεκτὸς τῶν
κανόνων τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστής, λόγῳ τοῦ πενθίμου χαρακτῆρός της.
Ἡ
ἐκδοση αὐτὴ πραγματοποιείται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἐρευνητὴ γιὰ δύο λόγους:
α) γιὰ τὸν ἐμπλουτισμὸ τῆς λειτουργικῆς βιβλιοθήκης καὶ β) γιὰ νὰ μὴ
χαθεῖ αὐτὸς ὁ κρυμμένος λειτουργικὸς πλοῦτος τῶν χειρογράφων ποῦ ἀπηχεῖ
μιᾷ πλούσια χειρόγραφη παράδοση.
Ἀλλωστε
ἡ πλειονότητα τῶν Νεκρωσίμων Κανόνων ποῦ περιλαμβάνονται στὴν ἔκδοση
αὐτὴ προέρχεται ἀπὸ χειρόγραφα τῆς Νοτίου Ἰταλίας. Αὐτὰ σήμερα
φυλάσσονται στὶς Βιβλιοθῆκες τοῦ Βατικανού, τῆς Μονῆς Κρυπτοφέῤῥης καὶ
ἀλλαχοῦ. Γιὰ τὰ ἐν Ἑλλάδι δεδομένα, σὲ ὅποιον ἀσχολείται μὲ τὸ
ἀντικείμενο τῆς ὑμνολογίας ἤ ὑμνογραφίας ἀποτελεῖ ἡ παροῦσα ἔκδοση
πολύτιμο θησαυρό.
Τὸ ἔργο «Κανονάριον εἰς Κεκοιμημένους» εἶναι χωρισμένο σὲ πέντε κεφάλαια.
Στο
Α´ κεφάλαιο περιλαμβάνονται κανόνες εἰς κοιμηθέντας μοναχοὺς καὶ
μοναζούσας. Στο Β᾿ κεφάλαιο Κανόνες εἰς κοιμηθέντας ἱερεῖς καὶ
ἡγουμένους. Στο Γ᾿ Κεφ. εἰς Κοιμηθέντας Παρθένους καὶ ὑποτακτικούς. Στο
Δ᾿ Κεφ. Κανόνες (γενικὰ) εἰς κοιμηθέντας (λαϊκοὺς καὶ μή). Καὶ τέλος στο
Ἓ᾿ Κεφ. Κανόνες εἰς κοιμηθέντα νήπια.
Κατὰ
τὴν παράθεση τῶν Νεκρωσίμων Κανόνων μετὰ τῶν τίτλων αὐτῶν δίδουμε καὶ
τὴν προέλευση τοῦ κάθε Κανόνος. Αὐτὸ γίνεται γιὰ κάθε ἐνδιαφερόμενο γιὰ
περαιτέρω ἔρευνα. Ἀλλωστε αὐτὸ ὁρίζει καὶ ἡ ἐπιστημονικὴ δεοντολογία
κατὰ τὴν ἐκδοση ἔργων, νὰ παραθέτεται δηλ. πάντοτε σὲ ὑποσημείωση ἡ
προέλευση. Αὐτὸ τηρήσαμε στὴν παροῦσα ἐκδοση μας.
Γιὰ
τὴν ἔκδοσή μας προτιμήσαμε τὸν ἥδη παγιωμένο τρόπο τῶν ἐκδόσεων τῶν
Ἱερῶν ἀκολουθιῶν τῶν Ἁγίων μας, δηλαδὴ τὰ κεφαλαιογράμματα στὴν ἔνάρξη
τοῦ κάθε τροπαρίου καὶ μὲ τὴ γνωστὴ διχρωμία στο κείμενο.
Κατὰ
τὴν ἔκδοση αὐτή, ποῦ προορίζεται γιὰ ὑμνολογικὴ χρήση ἀποφύγαμε νὰ
χρησιμοποιήσουμε τὰ σημεῖα στίξεως, ὡς εἴθισται νὰ χρησιμοποιοῦνται σὲ
πεζὰ κείμενα. Στὴ θέση τους χρησιμοποιήσαμε τὸν ἀστερίκο.
Ἀλλωστε
καὶ στα χειρόγραφα, τὰ σημεῖα στίξεως ποῦ ἐντοπίσαμε, μᾶλλον ἠταν
περισσότερο ἠχητικὰ σύμβολα, ποῦ διευκόλυναν τοὺς ψάλλοντες τοὺς
κανόνες, παρὰ κατ’ ἀκρίβειαν σημεῖα στίξεως.
Μέσα
ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδίας μου εὐχαριστῶ τὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη
Ἐδέσσης, Πέλλης καὶ Ἀλμωπίας κ. Ἰωὴλ ποῦ εἶχε τὴν εὐγενῆ καλωσύνη νὰ
διαβάσει προσεκτικὰ τοὺς Νεκρωσίμους αὐτοὺς Κανόνες καὶ νὰ προλογίσει,
μὲ τὴν Πατερικὴ πέννα του τὴν ἔκδοση αὐτή. Ἐπίσης εὐχαριστίες ὀφείλω
στον Πανοσιολ. Ἀρχιμ. π. Δαμασκηνὸ Γαβαλὰ γιὰ τὴν ἐκδοση τῆς
Διδακτορικής μου διατριβῆς ἀφ᾿ ἧς ἀντλήθη τὸ ὑλικὸ τῆς παρούσας
ἐκδόσεως, καθὼς καὶ στὴν Γερόντισσα Φοίβη τῆς Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Θεοδοσίου
τοῦ Νέου Ἀργολίδος γιὰ τίς ὑποδείξεις της, προκειμένου ἡ ἔκδοση τοῦ
παρόντος νὰ εἶναι πιὸ καλή.
Τελευταία
μεγάλη εὐχαριστία ὀφείλει ὁ ἐκδότης αὐτοῦ τοῦ βιβλίου στὴν
Ὀσιολογιωτάτη Καθηγουμένη τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κοιμ. Θεοτόκου
Κυπαρισσιωτίσσης καὶ Ἀγ. Ἱεροθέου Μεγάρων Ἰσιδώρα Μοναχὴ ποὺ μὲ κόπο καὶ
πολλὲς θυσίες καταπιάστηκε μὲ τὰ χειρόγραφα κείμενα, τὰ ὁποία διόρθωσε
καὶ συνεπλήρωσε, ὅπου αὐτὰ εἰχαν κάποιες ἐλλείψεις. Ὁ ὅλος κόπος, ὅλων
τῶν ἀνωτέρω, εὔχομαι νὰ ἀμοιφθεῖ ἐν τοῖς οὐρανοῖς.
Πρωτ. Θεμιστοκλῆς Στ. Χριστοδούλου, Δρ. Θ.
πηγή: voutsinasilias.blogspot.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου