ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Πράξεις Αποστόλων (στ΄ 8 – ζ΄ 5, ζ΄ 47-60)
πηγή: osotir.org
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 27 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2015
Μετὰ τὴν Χριστοῦ Γέννησιν: Τοῦ Ἁγίου: Πράξ. στ΄ 8 - ζ΄ 5, 47-60
8
Στέφανος δὲ πλήρης πίστεως καὶ δυνάμεως ἐποίει τέρατα καὶ σημεῖα μεγάλα
ἐν τῷ λαῷ. 9 ἀνέστησαν δέ τινες τῶν ἐκ τῆς συναγωγῆς τῆς λεγομένης
Λιβερτίνων καὶ Κυρηναίων καὶ Ἀλεξανδρέων καὶ τῶν ἀπὸ Κιλικίας καὶ Ἀσίας
συζητοῦντες τῷ Στεφάνῳ, 10 καὶ οὐκ ἴσχυον ἀντιστῆναι τῇ σοφίᾳ καὶ τῷ
πνεύματι ᾧ ἐλάλει. 11 τότε ὑπέβαλον ἄνδρας λέγοντας ὅτι ἀκηκόαμεν αὐτοῦ
λαλοῦντος ρήματα βλάσφημα εἰς Μωϋσῆν καὶ τὸν Θεόν· 12 συνεκίνησάν τε τὸν
λαὸν καὶ τοὺς πρεσβυτέρους καὶ τοὺς γραμματεῖς, καὶ ἐπιστάντες
συνήρπασαν αὐτὸν καὶ ἤγαγον εἰς τὸ συνέδριον, 13 ἔστησάν τε μάρτυρας
ψευδεῖς λέγοντας· ὁ ἄνθρωπος οὗτος οὐ παύεται ρήματα βλάσφημα λαλῶν
κατὰ τοῦ τόπου τοῦ ἁγίου καὶ τοῦ νόμου· 14 ἀκηκόαμεν γὰρ αὐτοῦ λέγοντος
ὅτι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος οὗτος καταλύσει τὸν τόπον τοῦτον καὶ ἀλλάξει
τὰ ἔθη ἃ παρέδωκεν ἡμῖν Μωϋσῆς. 15 καὶ ἀτενίσαντες εἰς αὐτὸν ἅπαντες οἱ
καθεζόμενοι ἐν τῷ συνεδρίῳ εἶδον τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡσεὶ πρόσωπον
ἀγγέλου. Εἶπε δὲ ὁ ἀρχιερεύς· εἰ ἄρα ταῦτα οὕτως ἔχει; 2 ὁ δὲ ἔφη·
ἄνδρες ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἀκούσατε. ὁ Θεὸς τῆς δόξης ὤφθη τῷ πατρὶ
ἡμῶν Ἀβραὰμ ὄντι ἐν τῇ Μεσοποταμίᾳ, πρὶν ἢ κατοικῆσαι αὐτὸν ἐν
Χαρράν, 3 καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς
συγγενείας σου, καὶ δεῦρο εἰς γῆν ἣν ἄν σοι δείξω. 4 τότε ἐξελθὼν ἐκ γῆς
Χαλδαίων κατῴκησεν ἐν Χαρράν. κἀκεῖθεν μετὰ τὸ ἀποθανεῖν τὸν πατέρα
αὐτοῦ μετῴκισεν αὐτὸν εἰς τὴν γῆν ταύτην εἰς ἣν ὑμεῖς νῦν κατοικεῖτε· 5
καὶ οὐκ ἔδωκεν αὐτῷ κληρονομίαν ἐν αὐτῇ οὐδὲ βῆμα ποδός, καὶ
ἐπηγγείλατο δοῦναι αὐτῷ εἰς κατάσχεσιν αὐτὴν καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ μετ᾿
αὐτόν, οὐκ ὄντος αὐτῷ τέκνου. 47 Σολομὼν δὲ ᾠκοδόμησεν αὐτῷ οἶκον. 48
ἀλλ᾿ οὐχ ὁ ὕψιστος ἐν χειροποιήτοις ναοῖς κατοικεῖ, καθὼς ὁ προφήτης
λέγει· 49 ὁ οὐρανός μοι θρόνος, ἡ δὲ γῆ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν μου· ποῖον
οἶκον οἰκοδομήσετέ μοι, λέγει Κύριος, ἢ τίς τόπος τῆς καταπαύσεώς
μου; 50 οὐχὶ ἡ χείρ μου ἐποίησε ταῦτα πάντα; 51 Σκληροτράχηλοι καὶ
ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὠσίν, ὑμεῖς ἀεὶ τῷ Πνεύματι τῷ Ἁγίῳ
ἀντιπίπτετε, ὡς οἱ πατέρες ὑμῶν καὶ ὑμεῖς. 52 τίνα τῶν προφητῶν οὐκ
ἐδίωξαν οἱ πατέρες ὑμῶν; καὶ ἀπέκτειναν τοὺς προκαταγγείλαντας περὶ τῆς
ἐλεύσεως τοῦ δικαίου, οὗ νῦν ὑμεῖς προδόται καὶ φονεῖς γεγένησθε· 53
οἵτινες ἐλάβετε τὸν νόμον εἰς διαταγὰς ἀγγέλων, καὶ οὐκ ἐφυλάξατε. 54
Ἀκούοντες δὲ ταῦτα διεπρίοντο ταῖς καρδίαις αὐτῶν καὶ ἔβρυχον τοὺς
ὀδόντας ἐπ᾿ αὐτόν. 55 ὑπάρχων δὲ πλήρης Πνεύματος Ἁγίου, ἀτενίσας εἰς
τὸν οὐρανὸν εἶδε δόξαν Θεοῦ καὶ Ἰησοῦν ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ, 56 καὶ
εἶπεν· ἰδοὺ θεωρῶ τοὺς οὐρανοὺς ἀνεῳγμένους καὶ τὸν υἱὸν τοῦ
ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ ἑστῶτα. 57 κράξαντες δὲ φωνῇ μεγάλῃ
συνέσχον τὰ ὦτα αὐτῶν καὶ ὥρμησαν ὁμοθυμαδὸν ἐπ᾿ αὐτόν, 58 καὶ
ἐκβαλόντες ἔξω τῆς πόλεως ἐλιθοβόλουν. καὶ οἱ μάρτυρες ἀπέθεντο τὰ
ἱμάτια αὐτῶν παρὰ τοὺς πόδας νεανίου καλουμένου Σαύλου, 59 καὶ
ἐλιθοβόλουν τὸν Στέφανον, ἐπικαλούμενον καὶ λέγοντα· Κύριε Ἰησοῦ, δέξαι
τὸ πνεῦμά μου. 60 θεὶς δὲ τὰ γόνατα ἔκραξε φωνῇ μεγάλῃ· Κύριε, μὴ στήσῃς
αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐκοιμήθη. Σαῦλος δὲ ἦν
συνευδοκῶν τῇ ἀναιρέσει αὐτοῦ.
Απόδοση στη νεοελληνική:
Ὁ Στέφανος, γεμᾶτος πίστιν καὶ δύναμιν, ἔκανε τέρατα καὶ θαύματα μεγάλα μεταξὺ τοῦ λαοῦ. Μερικοὶ ἀπὸ τὴν συναγωγήν, ποὺ ἐλέγετο τῶν Λιβερτίνων καὶ τῶν Κυρηναίων καὶ τῶν Ἀλεξανδρέων καὶ ἀπὸ τοὺς καταγομένους ἀπὸ τὴν Κιλικίαν καὶ Ἀσίαν, ἐσηκώθηκαν καὶ συζητοῦσαν μὲ τὸν Στέφανον, ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀντισταθοῦν εἰς τὴν σοφίαν καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα μὲ τὸ ὁποῖον ἐμιλοῦσε.
Τότε ἔβαλαν κρυφὰ ἀνθρώπους νὰ ποῦν, «Τὸν ἀκούσαμε νὰ λέγῃ λόγια βλάσφημα κατὰ τοῦ Μωϋσέως καὶ κατὰ τοῦ Θεοῦ». Καὶ ξεσήκωσαν τὸν λαὸν καὶ τοὺς πρεσβυτέρους καὶ τοὺς γραμματεῖς, ὥρμησαν ἐπάνω του καὶ τὸν ἅρπαξαν βιαίως καὶ τὸν ἔφεραν εἰς τὸ συνέδριον. Παρουσίασαν καὶ ψευδομάρτυρας, οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν, «Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν παύει νὰ λέγῃ λόγια βλάσφημα κατὰ τοῦ ἁγίου αὐτοῦ τόπου καὶ κατὰ τοῦ νόμου. Διότι τὸν ἔχομεν ἀκούσει νὰ λέγῃ ὅτι ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος θὰ καταστρέψῃ τὸν τόπον αὐτὸν καὶ θὰ ἀλλάξῃ τὰ ἔθιμα ποὺ μᾶς παρέδωκε ὁ Μωϋσῆς».
Καὶ ὅλοι ποὺ ἐκάθοντο εἰς τὸ συνέδριον προσήλωσαν εἰς αὐτὸν τὰ βλέμματα καὶ εἶδαν τὸ πρόσωπόν του νὰ εἶναι σὰν πρόσωπο ἀγγέλου.
Εἶπε τότε ὁ ἀρχιερεύς, «Ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα;».
Ὁ Στέφανος εἶπε, «Ἄνδρες ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἀκούσατε. Ὁ ἔνδοξος Θεὸς ἐφανερώθηκε εἰς τὸν πατέρα μας Ἀβραάμ, ὅταν ἦτο εἰς τὴν Μεσοποταμίαν πρὶς κατοικήσῃ εἰς τὴν Χαρράν, καὶ τοῦ εἶπε, Φύγε ἀπὸ τῆν χώραν σου καὶ ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς σου καὶ ἔλα εἰς τῆν χώραν ποὺ θὰ σοῦ δείξω. Τότε ἔφυγε ἀπὸ τὴν χώραν τῶν Χαλδαίων καὶ κατῴκησε εἰς τὴν Χαρράν. Ἀπὸ ἐκεῖ μετὰ τὸν θάνατον τοῦ πατέρα του, ὁ Θεὸς τὸν ἔφερε νὰ κατοικήσῃ εἰς τὴν χώραν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν σεῖς τώρα κατοικεῖτε. Δὲν τοῦ ἔδωκε ὅμως κληρονομίαν εἰς αὐτὴν οὔτε ἕνα βῆμα, ἀλλὰ ὑποσχέθηκε νὰ τὴν δώσῃ ὡς ἰδιοκτησίαν εἰς αὐτὸν καὶ τοὺς ἀπογόνους του ὕστερα ἀπὸ αὐτόν, ἂν καὶ δὲν εἶχε παιδί.
Ἀλλ’ ὁ Σολομὼν ἦτο ἐκεῖνος ποὺ τοῦ οἰκοδόμησε οἶκον. Ὁ Ὕψιστος ὅμως δὲν κατοικεῖ εἰς χειροποιήτους ναούς, καθὼς ὁ προφήτης λέγει: Ὁ οὐρανὸς εἶναι ὁ θρόνος μου, ἡ δὲ γῆ ὑποπόδιον τῶν ποδιών μου. Τί εἴδους οἶκον θὰ μοῦ οἰκοδομήσετε, λέγει ὁ Κύριος, ἢ ποιός εἶναι ὁ τόπος τῆς ἀναπαύσεώς μου; Τὸ χέρι μου δὲν τὰ ἐδημιούργησε ὅλα αὐτά;
Σκληροτράχηλοι, μὲ ἀπερίτμητη καρδιὰ καὶ αὐτιά, σεῖς πάντοτε
ἀντιτίθεστε πρὸς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ὅπως οἱ πρόγονοί σας ἔτσι καὶ σεῖς.
Ποιόν ἀπὸ τοὺς προφήτας δὲν κατεδίωξαν οἱ πρόγονοί σας; Ἐσκότωσαν ἐκείνους ποὺ ἐπροφήτευσαν τὸν ἐρχομὸν τοῦ Δικαίου, καὶ τώρα ἐγίνατε σεῖς προδόται του καὶ φονηάδες του·σεῖς ποὺ ἐπήρατε τὸν νόμον εἰς ἐντολάς, ποὺ ἐδόθησαν δι’ ἀγγέλων, καὶ ὅμως δὲν τὸ ἐφυλάξατε.
Ἐνῷ ἄκουαν αὐτά, ὠργίσθησαν καὶ ἔτριζαν τὰ δόντια τους ἐναντίον του. Ἀλλ’ ὁ Στέφανος γεμᾶτος Πνεῦμα Ἅγιον προσήλωσε τὸ βλέμμα του εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶδε τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν Ἰησοῦν νὰ στέκεται εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ εἶπε, «Βλέπω τοὺς οὐρανοὺς ἀνοικτοὺς καὶ τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου νὰ στέκεται εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ».
Αὐτοὶ ἐφώναξαν μὲ δυνατὴν φωνήν, ἐβούλωσαν τὰ αὐτιά τους καὶ ὥρμησαν ὅλοι μαζὶ ἐπάνω του, καὶ ἀφοῦ τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, τὸν ἐλιθοβολοῦσαν. Οἱ μάρτυρες ἔβαζαν τὰ ἐνδύματά τους κοντὰ στὰ πόδια κάποιου νέου, ποὺ ὠνομάζετο Σαῦλος καὶ λιθοβολοῦσαν τὸν Στέφανον, ὁ ὁποῖος ἐπεκαλεῖτο καὶ ἔλεγε, «Κύριε Ἰησοῦ, δέξου τὸ πνεῦμα μου». Ἀφοῦ δὲ ἐγονάτισε ἐφώναξε μὲ φωνὴν δυνατήν, «Κύριε, μὴ λογαριάσῃς εἰς αὐτοὺς τὴν ἁμαρτίαν αὐτήν». Καὶ λέγοντας αυτό εξέπνευσε.
Ὁ δὲ Σαῦλος παρευρίσκετο επιθυμώντας ομοίως τη θανάτωσή του.
Απόδοση στη νεοελληνική:
Ὁ Στέφανος, γεμᾶτος πίστιν καὶ δύναμιν, ἔκανε τέρατα καὶ θαύματα μεγάλα μεταξὺ τοῦ λαοῦ. Μερικοὶ ἀπὸ τὴν συναγωγήν, ποὺ ἐλέγετο τῶν Λιβερτίνων καὶ τῶν Κυρηναίων καὶ τῶν Ἀλεξανδρέων καὶ ἀπὸ τοὺς καταγομένους ἀπὸ τὴν Κιλικίαν καὶ Ἀσίαν, ἐσηκώθηκαν καὶ συζητοῦσαν μὲ τὸν Στέφανον, ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀντισταθοῦν εἰς τὴν σοφίαν καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα μὲ τὸ ὁποῖον ἐμιλοῦσε.
Τότε ἔβαλαν κρυφὰ ἀνθρώπους νὰ ποῦν, «Τὸν ἀκούσαμε νὰ λέγῃ λόγια βλάσφημα κατὰ τοῦ Μωϋσέως καὶ κατὰ τοῦ Θεοῦ». Καὶ ξεσήκωσαν τὸν λαὸν καὶ τοὺς πρεσβυτέρους καὶ τοὺς γραμματεῖς, ὥρμησαν ἐπάνω του καὶ τὸν ἅρπαξαν βιαίως καὶ τὸν ἔφεραν εἰς τὸ συνέδριον. Παρουσίασαν καὶ ψευδομάρτυρας, οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν, «Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν παύει νὰ λέγῃ λόγια βλάσφημα κατὰ τοῦ ἁγίου αὐτοῦ τόπου καὶ κατὰ τοῦ νόμου. Διότι τὸν ἔχομεν ἀκούσει νὰ λέγῃ ὅτι ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος θὰ καταστρέψῃ τὸν τόπον αὐτὸν καὶ θὰ ἀλλάξῃ τὰ ἔθιμα ποὺ μᾶς παρέδωκε ὁ Μωϋσῆς».
Καὶ ὅλοι ποὺ ἐκάθοντο εἰς τὸ συνέδριον προσήλωσαν εἰς αὐτὸν τὰ βλέμματα καὶ εἶδαν τὸ πρόσωπόν του νὰ εἶναι σὰν πρόσωπο ἀγγέλου.
Εἶπε τότε ὁ ἀρχιερεύς, «Ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα;».
Ὁ Στέφανος εἶπε, «Ἄνδρες ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἀκούσατε. Ὁ ἔνδοξος Θεὸς ἐφανερώθηκε εἰς τὸν πατέρα μας Ἀβραάμ, ὅταν ἦτο εἰς τὴν Μεσοποταμίαν πρὶς κατοικήσῃ εἰς τὴν Χαρράν, καὶ τοῦ εἶπε, Φύγε ἀπὸ τῆν χώραν σου καὶ ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς σου καὶ ἔλα εἰς τῆν χώραν ποὺ θὰ σοῦ δείξω. Τότε ἔφυγε ἀπὸ τὴν χώραν τῶν Χαλδαίων καὶ κατῴκησε εἰς τὴν Χαρράν. Ἀπὸ ἐκεῖ μετὰ τὸν θάνατον τοῦ πατέρα του, ὁ Θεὸς τὸν ἔφερε νὰ κατοικήσῃ εἰς τὴν χώραν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν σεῖς τώρα κατοικεῖτε. Δὲν τοῦ ἔδωκε ὅμως κληρονομίαν εἰς αὐτὴν οὔτε ἕνα βῆμα, ἀλλὰ ὑποσχέθηκε νὰ τὴν δώσῃ ὡς ἰδιοκτησίαν εἰς αὐτὸν καὶ τοὺς ἀπογόνους του ὕστερα ἀπὸ αὐτόν, ἂν καὶ δὲν εἶχε παιδί.
Ἀλλ’ ὁ Σολομὼν ἦτο ἐκεῖνος ποὺ τοῦ οἰκοδόμησε οἶκον. Ὁ Ὕψιστος ὅμως δὲν κατοικεῖ εἰς χειροποιήτους ναούς, καθὼς ὁ προφήτης λέγει: Ὁ οὐρανὸς εἶναι ὁ θρόνος μου, ἡ δὲ γῆ ὑποπόδιον τῶν ποδιών μου. Τί εἴδους οἶκον θὰ μοῦ οἰκοδομήσετε, λέγει ὁ Κύριος, ἢ ποιός εἶναι ὁ τόπος τῆς ἀναπαύσεώς μου; Τὸ χέρι μου δὲν τὰ ἐδημιούργησε ὅλα αὐτά;
Σκληροτράχηλοι, μὲ ἀπερίτμητη καρδιὰ καὶ αὐτιά, σεῖς πάντοτε
ἀντιτίθεστε πρὸς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ὅπως οἱ πρόγονοί σας ἔτσι καὶ σεῖς.
Ποιόν ἀπὸ τοὺς προφήτας δὲν κατεδίωξαν οἱ πρόγονοί σας; Ἐσκότωσαν ἐκείνους ποὺ ἐπροφήτευσαν τὸν ἐρχομὸν τοῦ Δικαίου, καὶ τώρα ἐγίνατε σεῖς προδόται του καὶ φονηάδες του·σεῖς ποὺ ἐπήρατε τὸν νόμον εἰς ἐντολάς, ποὺ ἐδόθησαν δι’ ἀγγέλων, καὶ ὅμως δὲν τὸ ἐφυλάξατε.
Ἐνῷ ἄκουαν αὐτά, ὠργίσθησαν καὶ ἔτριζαν τὰ δόντια τους ἐναντίον του. Ἀλλ’ ὁ Στέφανος γεμᾶτος Πνεῦμα Ἅγιον προσήλωσε τὸ βλέμμα του εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶδε τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν Ἰησοῦν νὰ στέκεται εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ εἶπε, «Βλέπω τοὺς οὐρανοὺς ἀνοικτοὺς καὶ τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου νὰ στέκεται εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ».
Αὐτοὶ ἐφώναξαν μὲ δυνατὴν φωνήν, ἐβούλωσαν τὰ αὐτιά τους καὶ ὥρμησαν ὅλοι μαζὶ ἐπάνω του, καὶ ἀφοῦ τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, τὸν ἐλιθοβολοῦσαν. Οἱ μάρτυρες ἔβαζαν τὰ ἐνδύματά τους κοντὰ στὰ πόδια κάποιου νέου, ποὺ ὠνομάζετο Σαῦλος καὶ λιθοβολοῦσαν τὸν Στέφανον, ὁ ὁποῖος ἐπεκαλεῖτο καὶ ἔλεγε, «Κύριε Ἰησοῦ, δέξου τὸ πνεῦμα μου». Ἀφοῦ δὲ ἐγονάτισε ἐφώναξε μὲ φωνὴν δυνατήν, «Κύριε, μὴ λογαριάσῃς εἰς αὐτοὺς τὴν ἁμαρτίαν αὐτήν». Καὶ λέγοντας αυτό εξέπνευσε.
Ὁ δὲ Σαῦλος παρευρίσκετο επιθυμώντας ομοίως τη θανάτωσή του.
Ο ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ
1. ΦΛΟΓΑ ΑΝΙΚΗΤΗ
Ρεῦμα ὑψηλῆς τάσεως διατρέχει τὸ Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς
ἡμέρας. Μία μορφὴ φλογερή, πυρακτωμένη ἀπὸ τὴ θεία φωτιὰ τῆς
Πεντηκοστῆς, ὁ ἅγιος πρωτομάρτυς καὶ Ἀρχιδιάκονος Στέφανος, ἐμφανίζεται
ὅλος δύναμη ἐνώπιόν μας μέσα ἀπὸ τήν παραστατική περιγραφὴ τοῦ ἱεροῦ
κειμένου τῶν πράξεων τῶν Ἀποστόλων. Εἶναι βεβαίως ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ
ἁγίου Στεφάνου ἡ σημερινή. Καὶ γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ἀναγινώσκεται αὐτὴ ἡ
περικοπή.
Τί φλόγα εἶχε μέσα του αὐτὸς ὁ ἅγιος ἄνθρωπος! «Πλήρης πίστεως καὶ
δυνάμεως» ἦταν, μᾶς πληροφορεῖ τὸ θεόπνευστο κείμενο. Καὶ σημειώνει ὅτι,
ὅσοι προσπάθησαν νὰ τὸν ἀντιμετωπίσουν σὲ συζήτηση μαζί του, «οὐκ
ἴσχυον ἀντιστῆναι τῇ σοφίᾳ καὶ τῷ πνεύματι ᾧ ἑλάλει»· δὲν μποροῦσαν νὰ
ἀντισταθοῦν στὴ σοφία καὶ τὴν πνευματικὴ δύναμη, μὲ τὴν ὁποία μιλοῦσε.
Ἡ δύναμη αὐτὴ φανερώνεται πολὺ ἔντονα στὴν ὁμιλία, ποὺ ὁ Στέφανος
ἀπηύθυνε πρὸς τοὺς Ἑβραίους. Εἶναι μία ὁμιλία μὲ ἰσχυρότατα ἐπιχειρήματα
καὶ ἔντονα ἐλεγκτική· μία ὁμολογία πίστεως θαυμαστή. Θὰ μποροῦσε ὁ
Στέφανος, βλέποντας τὸ μίσος καὶ τὴ λύσσα τῶν συμπατριωτῶν του, νὰ κάνει
κάποιον ἑλιγμό· νὰ προσπαθήσει δηλαδὴ νὰ τοὺς καλοπιάσει. Θὰ κέρδιζε
ἴσως μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὴ ζωή του. Ἐκεῖνος ὅμως δὲν διστάζει, οὔτε
ἀμφιταλαντεύεται. Ἐκθέτει τὴν ἀλήθεια χωρὶς περιστροφές. Καὶ αὐτὸ τὸν
ὁδηγεῖ στὸν θάνατο.
Ἦταν πράγματι ὅλος φλόγα ὁ Στέφανος. Φλόγα ἀνίκητη. Πόθος του,
ἐπιθυμία του, ἀγωνία του ἦταν τὸ νὰ κηρυχθεῖ τὸ Εὐαγγέλιο, νὰ μεταδοθεῖ
τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Καί, προκειμένου αὐτὸ νὰ
ἐπιτευχθεῖ, δὲν ὑπολόγιζε τίποτα. Τὴν ἴδια τὴ ζωή του προσέφερε
ὁλοκαύτωμα γιὰ τὴν ἐπιτυχία αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ. Καὶ μέχρι τὴν τελευταία
του πνοὴ ἔδιδε μὲ ἀπίστευτο ζῆλο τὴ μαρτυρία του.
Αὐτὸ τὸ παράδειγμα φωνάζει καὶ στὸν καθένα μας ὅτι ὀφείλουμε νὰ
ἐγκολπωθοῦμε τὸ πνεῦμα τῆς ὁμολογίας τοῦ πρωτομάρτυρος. Νὰ ὁμολογοῦμε
καὶ ἐμεῖς τὴν πίστη μας στὸν Κύριο, ἀνεξαρτήτως τῶν συνεπειῶν, ποὺ θὰ
μποροῦσε νὰ ἔχει αὐτό. Νὰ μὴ διστάζουμε καὶ νὰ μὴ κρυβόμαστε. Καὶ κυρίως
νὰ μὴν ἐπιχειροῦμε νὰ κάνουμε συμβιβασμοὺς στὴν ἀλήθεια, ἀπὸ φόβο μήπως
δυσαρεστήσουμε κάποιους. Ἀλλὰ μὲ θάρρος καὶ ἡρωϊκὸ πνεῦμα νὰ δίνουμε σὲ
κάθε περίσταση τὴ μαρτυρία μας γιὰ τὸν Χριστό· καὶ αὐτὸ θὰ γίνει πηγὴ
εὐλογίας μεγάλης σὲ ὃλη τὴ ζωή μας.
2. Η ΑΛΛΑΓΗ ΤΗΣ ΣΚΥΤΑΛΗΣ
Ἡ θαρραλέα ὁμολογία τοῦ ἁγίου Στεφάνου ἐρέθισε μέχρι μανίας τοὺς
Ἑβραίους, οἱ ὁποῖοι τὸν συνέλαβαν καί, ἀφοῦ τὸν ὁδήγησαν ἔξω ἀπὸ τὴν
πόλη, τὸν λιθοβόλησαν. Σημειώνει δὲ τὸ ἱερὸ κείμενο ὅτι οἱ Ἑβραῑοι, ποὺ
λιθοβολοῦσαν τὸν Στέφανο, εἶχαν ἀφήσει τὰ ἐνδύματα τους πρὸς φύλαξη στὰ
πόδια τοῦ Σαύλου, δηλαδὴ τοῦ μετέπειτα ἀποστόλου Παύλου, ὁ ὁποῖος πρέπει
να ἦταν τότε ἡλικίας 25 μὲ 30 ἐτῶν.
Ὁ Σαῦλος λόγῳ ἡλικίας δὲν λιθοβόλησε ὁ ἴδιος τὸν Στέφανο, ὅμως
συμμετεῖχε μὲ ἱκανοποίηση στὸ κακούργημα αὐτό. Καὶ βέβαια εἶδε μὲ τὰ
ἴδια του τὰ μάτια τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀποθνήσκοντος μάρτυρα. Ἡ δὲ προσευχὴ
τοῦ ἁγίου Στεφάνου, μὲ τὴν ὁποία παρακάλεσε τὸν Κύριο νὰ συγχωρήσει τοὺς
δολοφόνους του, θὰ πρέπει νὰ ἔμεινε ἀνεξίτηλη στὴ μνήμη του. Λέγουν οἱ
ἑρμηνευτὲς ὅτι αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ προσευχὴ συντέλεσε στὴ θαυμαστὴ μεταστροφὴ
τοῦ Σαύλου, διότι ὸ Θεὸς τὴν δέχθηκε καὶ συγχώρησε τοὺς δολοφόνους.
Ἀπόδειξη δὲ ὅτι τοὺς συγχώρησε, εἶναι τὸ ὅτι κατόπιν κάλεσε στὴν
Ἐκκλησία Του τὸν Σαῦλο καὶ τὸν ἔκανε πρωτοκορυφαῖο Ἀπόστολο, κήρυκα τοῦ
Εὐαγγελίου φλογερό. Τὰ σημειώνει πολὺ χαρακτηριστικὰ αὐτὰ ὁ ἱερὸς
Αὐγουστῑνος μὲ μία μόνη φράση του: «ἐὰν ὁ Στέφανος δὲν ἐδέετο
(=προσηύχετο), ἡ Ἐκκλησία δὲν θα εἶχε τὸν Παῦλον».
Λοιπόν, τὴν ὥρα ποὺ ὁ ἕνας ὁμολογητὴς ἔφευγε, ὁ ἄλλος – χωρὶς ἀκόμη
νὰ τὸ καταλαβαίνει – παραλάμβανε τὴν σκυτάλη. Τὸ ἔργο, τὸ ὁποῖο
ἐπρόκειτο νὰ ἐπιτελέσει ὁ φλογερὸς Στέφανος, θὰ τὸ πραγματοποιήσει σὲ
λίγο ἕνας ἄλλος ἐξ ἴσου ἢ καὶ περισσότερο φλογερὸς ὁμολογητής, ὁ Παῦλος.
Αὐτὸ δὲ εἶναι τὸ θαῦμα τῆς Ἑκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ὁ καθένας κάνει τὸν
ἀγώνα του καὶ σὲ κάποια στιγμὴ παραδίδει τὴ σκυτάλη. Ἀλλὰ βέβαια εἶναι
σημαντικὸ νὰ τὴν παραδίδει σωστά. Νὰ εἶναι δηλαδὴ τὰ τελευταῖα βήματά
του τέτοια, ὥστε νὰ βοηθήσουν στὸ ὁρμητικὸ ξεκίνημα τοῦ ἑπομένου. Ἐὰν ὁ
Στέφανος εἶχε δειλιάσει ἢ εἶχε δείξει σκληρότητα καὶ κακία, ἴσως ἡ
σκυτάλη νὰ ἔπεφτε στὸ ἔδαφος καὶ ὁ Παῦλος νὰ σκόνταπτε. Ἐνῶ τώρα τήν
ἁρπάζει μὲ χέρια δυνατὰ καὶ ἐνθουσιασμὸ ἐκρηκτικό.
Ὅσον ἀφορᾷ τώρα στὸν καθένα μας, τὸ χρέος μας εἶναι πλέον φανερό.
Ὀφείλουμε καὶ ἐμεῑς μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς μας νὰ ἐπιτελοῦμε τὸ ἔργο
μας μέσα στὴν Ἐκκλησία μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε να ἀποτελεὶ τὸ παράδειγμά
μας πηγὴ ἐμπνεύσεως καὶ ἐνθουσιασμοῦ γιὰ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ παραλάβει
τὴ σκυτάλη ἀπὸ τὰ χέρια μας.
πηγή: osotir.org

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου