Κατηγορίες αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Φεβρουαρίου 2016

Η Αγία Οικία της Θεοτόκου, η Santa Casa του Λορέτο και η Μονή της Πόρτα Παναγιάς της Πύλης Τρικάλων

Σημείωση ΟΜΟΘΥΜΑΔΟΝ:  Σας παραθέτουμε μία άγνωστη στους πολλούς και σπάνια ιστορική πληροφόρηση σχετικά με τη Μονή της “Πόρτας Παναγιάς”  ή όπως στα βυζαντινά χρόνια απεκαλείτο “Ιερά Μονή της Ακαταμάχητου Θεοτόκου των Μεγάλων Πυλών”, την οποία οικοδόμησε η βυζαντινή οικογένεια των Αγγέλων Δούκα Κομνηνών. Όπως η τεκμηριωμένη ιστορική έρευνα του καθηγητή – ακαδημαϊκού της Ακαδημίας Επιστημών Γραμμάτων και Τεχνών “Angelica Constantiniana” της Ρώμης, Χάρη  Κουδούνα, αποδεικνύει, στη Μονή αυτή που σήμερα είναι μετόχι της Ι.Μ. Δουσίκου, εφυλάσσοντο  οι πέτρες από την Αγία Οικία της Θεοτόκου στη Ναζαρέτ. Από τις πέτρες αυτές, κατόπιν μεταφοράς, προέκυψε ο Ιερός Ναός της Παναγίας του Λορέτο στον Νομό των Μάρκε Ιταλίας. Ειδικότερα,  οι πέτρες αυτές μεταφέρθηκαν στο Λορέτο από την Πύλη Τρικάλων, όπου είχανε φυλαχθεί και προστατευτεί στο βυζαντινό Μοναστήρι της Πόρτας Παναγιάς. Η μετατόπιση έγινε γιατί αυτά τα Άγια Κειμήλια περιλήφθηκαν στην κατόπιν συμφωνίας προικοδοτική λίστα των αγαθών, λόγω του γάμου μεταξύ της Πριγκίπισσας Θαμάρ ή Μαργαρίτας των Αγγέλων Δούκα Κομνηνών, κόρης του Δέσποτα της Ηπείρου Νικηφόρου Α’- ετεροθαλή αδερφού του Ιωάννη Α’ Δούκα Κομνηνού, Σεβαστοκράτορα της Θεσσαλίας, άμεσο πρόγονο της Α.Ε.Β. και Αυτοκράτορα Αλέξιου – και του Φιλίππου Β’ των Ανδεγαυδών (Ανζού), Πρίγκηπα του Τάραντα.

 πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου



Eισαγωγικά.
Η διαδικτυακή και προσωπική γνωριμία με τον καθηγητή – ακαδημαϊκό της Ακαδημίας Επιστημών Γραμμάτων και Τεχνών “Angelica Constantiniana” της Ρώμης, Χάρη  Κουδούνα, καθώς και η μέχρι τώρα συνεργασία  σε προβληματισμούς ανέκδοτης εργασίας μας, άνοιξε νέους δρόμους στις έρευνές μας, που αφορούν  το Δεσποτάτο της Ηπείρου καθώς και θέματα που σχετίζονται με “θεομητορικά κειμήλια”.
Ο ακαδημαϊκός Χάρης Κουδούνας ασχολήθηκε ερευνητικά με το θέμα της μεταφοράς της Αγίας οικίας της Παναγίας (συγκεκριμένα πέτρες από το σπίτι της Παναγίας στην Ναζαρέτ) στην πόλη LORETO της Ιταλίας.
Η ερευνητική του εργασία παρουσιάστηκε σε δύο κείμενα.
Το πρώτο κείμενο γράφτηκε στην Ιταλική γλώσσα δημοσιεύτηκε ,τον Ιούλιο 2014  στην Ρώμη, στο ιταλικό επιστημονικό περιοδικό ιστορίας Studi sull’oriente cristiano”, τεύχος 18/2014 σελ. 169-186 και στην συνέχεια το μετέφρασε στα ελληνικά.Έχει τίτλο.
 Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΠΟΡΤΑΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ  ΚΑΙ Η ΣΑΝΤΑ ΚΑΖΑ (SANTA CASA) ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΟΥ ΛΟΡΕΤΟΥ. Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ ∆ΟΥΚΑ ΚΟΜΝΗΝΩΝ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ.
Το δεύτερο κείμενο γράφτηκε στην ελληνική γλώσσα.Έχει τίτλο:Τα επτασφράγιστα μυστικά της Πόρτα Παναγιάς και της Santa Casa στο Λορετο της Ιταλίας.
Και επεξηγηματικό υπότιτλο: Σύνθεση της ιστορίας της Αγίας Οικίας της Παναγίας εκ Ναζαρέτ σήμερα στο Λορέτο Ιταλίας και της ιστορικής μελέτης της μεταφοράς της, διαμέσου του βυζαντινού μοναστηριού της Ακαταμαχήτου Θεοτόκου των Μεγάλων Πυλών με την βοήθεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορικής Οικογένειας των Αγγέλων Δούκα Κομνηνών της Θεσσαλίας και Ηπείρου.
Στην συνέχεια θα παρουσιάσουμε βασικά σημεία της δημοσιευμένης εργασίας του ανωτέρω ακαδημαϊκου, την οποία μας δώρησε κατά την επίσκεψή του στην Άρτα στις 12,13 και 14 Ιανουαρίου 2016. Πρόκεται για εμπεριστατωμένη έρευνα που αποκαλύπτει άγνωστες πολύ σημαντικές  πτυχές της ιστορίας των Δεσποτών της Ηπείρου.
Για να κατανοήσουμε το θέμα θα δώσουμε  μερικές απαραίτητες συμπληρωματικές γνώσεις για την Πόρτα Παναγιά,την  Αγία Οικία της Παναγίας και για Santa Casa στο Λορετο της Ιταλίας.

Το Βυζαντινό Ορθόδοξο Μοναστήρι της Πόρτας Παναγιάς
portapanagia_1
Βρίσκεται κοντά στην κωμόπολη Πύλη των Τρικάλων.Είναι  χτισμένο πάνω σε ένα παλαιό αρχαίο ναό, δίπλα στο ποτάμι Πορταϊκό ή Πορτιάτη , στην είσοδο του Ασπροπόταμου.Από την παλαιά εποχή είναι  ένας τόπος πίστεως και προσευχής και  σήμερα είναι ένα από το πιο σημαντικά μνημεία της βυζαντινής ιστορίας της Ελλάδας. Το ιερό μοναστήρι ονομαζόμενο αρχικά “Ιερά Μονή της Ακαταμάχητου Θεοτόκου των Μεγάλων Πυλών”, ήταν αφιερωμένο στην Παναγία. Κατά την διάρκεια της βυζαντινής περιόδου, υπήρξε ένα πλούσιο μοναστήρι κατασκευασμένο με την τεχνική της σταυρεπίστεγης αρχιτεκτονικής .
Το μοναστήρι κατασκευάστηκε το έτος 1283 από τον Σεβαστοκράτορα Ιωάννη Α’ Άγγελο Δούκα Κομνηνό, νόθο γιο του Δέσποτα της Ηπείρου Μιχαήλ Β’ Δούκα Άγγελο Κομνηνό. Το έτος κατασκευής, καθώς και το γεγονός της κτίσεως ως έργο του Ιωάννη Α’ προκύπτουν από ένα έγγραφο του έτους 1788, φυλασσόμενο εντός της μονής του Αγ. Παντελεήμονα στο Όρος Άθως (Άγιο Όρος), κωδ. 79310. Σε λίγα χρόνια, προπαντός στην περίοδο που προηγείται του θάνατου του Ιωάννη Α’, το μοναστήρι γίνεται σημαντικός τόπος πίστεως και προσκυνητών και η φήμη του ξεπερνά τα σύνορα της Θεσσαλίας.
Το μοναστήρι έφερε, επίσης, και ένα άλλο όνομα: εκείνο της “Ακαταμάχητου Θεοτόκου των Μεγάλων Πυλών” έχοντας την έννοια: “της Απόρθητης, Ανίκητης, Απρόσβλητης Θεοτόκου των Μεγάλων Πυλών”.
Σε λίγα χρόνια, προπαντός στην περίοδο που προηγείται του θάνατου του Ιωάννη Α’, το μοναστήρι γίνεται σημαντικός τόπος πίστεως και προσκυνητών και η φήμη του ξεπερνά τα σύνορα της Θεσσαλίας.
Το Λορέτο  είναι ένας δήμος της Ιταλίας στον Νομό των Μάρκε με πρωτεύουσα την Ανκόνα και απέχει 25 Χμ περίπου από το λιμάνι της. Έχει 12.543 κατοίκους και είναι φημισμένο γιατί είναι η έδρα του καθολικού ναού βασιλικού ρυθμού. Αποτελεί ένα από τα πιο παγκόσμια σημαντικά ιερά μέρη πίστεως και ευλάβειας προς την Παναγία Θεοτόκο -ίσως το πιο σημαντικό-, λόγω του
γεγονότος ότι στα εσωτερικά του ναού φιλοξενεί την Αγία Οικία της Παναγίας στην Ναζαρέτ.
Casa_Santa_Loreto_Prag
Η Αγία Οικία και η Μεταφορά της Αγίας Οικίας
Αγία οικία (Santa Casa»), ονομάζεται το σπίτι  στο οποίο έζησε η Παναγία. Σύμφωνα με την παλιά παράδοση που είναι πλέον σήμερα επαληθευμένη και αποδεδειγμένη από τις ιστορικές και αρχαιολογικές έρευνες, η  γήινη διαμονή της Παναγίας στην Ναζαρέτ αποτελούνταν  από δύο μέρη:  από μία σπηλιά η οποία ήταν σκαμμένη σε βράχο και η οποία μέχρι τώρα τιμάται στον Ευαγγελισμό  και από ένα δωμάτιο τοιχοδομημένο με λίθους (πέτρες) από ψαμμίτη, μπροστά .
Σύμφωνα πάντα με την χριστιανική παράδοση, το 1291, έτος που καταλήφθηκε το Φρούριο του Αγίου Ιωάννη της Άκκρας, γεγονός που σήμανε και το τέλος των Σταυροφοριών και της παρουσίας των Φράγκων στην Παλαιστίνη, συνέβη το εξής εκπληκτικό. Στις 9 ή 10 Μαΐου, ή στις 22 Μαΐου με το Γρηγοριανό ημερολόγιο, (και κατ΄ άλλους στις 21 Μαΐου) Άγγελοι εξ ουρανού προβλέποντας τη μελλοντική εισβολή των Τούρκων και των Μαμελούκων παρέλαβαν υπό των πτερύγων τους την οικία της Αγίας Οικογένειας, που στο μεταξύ οι Άγιοι Απόστολοι είχαν μετατρέψει σε εκκλησία, και την μετέφεραν από τη Ναζαρέτ στη σημερινή Κροατία, στη περιοχή Σουσάκ και συγκεκριμένα στο λόφο του Τερσάττο, (σημερινό Τρσατ στα περίχωρα της Ριέκα). Υπόψη ότι στη θέση αυτή βρίσκεται σήμερα εκκλησία του 15ου αιώνα αφιερωμένη στην «Παναγία της θάλασσας». Τριάμισι χρόνια αργότερα, το 1294, λίγο πριν την εισβολή των Τούρκων στην περιοχή άγγελοι εξ ουρανού μετέφεραν για δεύτερη φορά την Αγία Οικία από το Σουσάκ, στην απέναντι πλευρά της Αδριατικής, σε λόφο του δάσους Λορέτο της Ιταλίας, κοντά στην Ανκόνα. Όταν το γεγονός αυτό έγινε ευρύτερα γνωστό, με σχετικό διάταγμά του ο Πάπας Σίξτος Δ΄ το 1491 ανακήρυξε όλη τη γύρω περιοχή ιδιοκτησία του Βατικανού όπου και οικοδομήθηκε η σπουδαία εκκλησία Παναγία του Λορέτο εντός της οποίας φέρεται η «Σάντα Κάζα» (= Αγία Οικία). Έτσι άρχισαν να καταφθάνουν στην περιοχή χιλιάδες προσκυνητών με συνέπεια να καταστεί σπουδαίο προσκύνημα μέχρι σήμερα, ειδικότερα τις ημέρες εορτασμού, στις 25 Μαρτίου (του Ευαγγελισμού), στις 15 Αυγούστου (της Κοίμησης της Θεοτόκου), στις 8 Σεπτεμβρίου (των Εισοδίων) και το τριήμερο 8 – 10 Δεκεμβρίου. Το δε 1920 η Παναγία τoυ Λορέτο ανακηρύχτηκε προστάτιδα της Ιταλικής Βασιλικής Αεροπορίας. Στις 4 Οκτωβρίου του 2012 ο Πάπας Βενέδικτος επισκέφθηκε την Βασιλική της Παναγίας του Λορέτο, όπως φέρεται η επίσημη ονομασία της, στα πλαίσια των εορτασμών της Καθολικής Εκκλησίας.(Πηγή. Wikipedia)
Πριν παρουσιάσουμε αποσπάσματα από την εργασία του ακαδημαϊκου Χάρη Κουδούνα για το θέμα της μεταφοράς της Αγίας Οικίας της Θεοτόκου από την Ναζαρέτ στο Λορέτο της Ιταλίας,για να βοηθήσουμε τους αναγνώστες του ιστολογίου στην κατανόηση του θέματος ,σημειώνουμε τα παρακάτω ιστορικά στοιχεία, που αποτελούν τον κεντρικό πυρήνα της έρευνας του ακαδημαϊκου-ερευνητή.
12346475_914795355242591_3127426800069518454_n
Βρισκόμαστε στην περίοδο 1283-1291 μ.Χ. Η Βυζαντινή οικογένεια των Αγγέλων Δούκα Κομνηνών, ήτοι ο Ιωάννης Α’ Άγγελος Δούκας Κομνηνός Σεβαστοκράτωρ της Θεσσαλίας, ο ετεροθαλής αδερφός του, Νικηφόρος Α’ Άγγελος Δούκας Κομνηνός Δέσποτας της Ηπείρου, η κόρη του Ιωάννη A’ Σεβαστοκράτορα Ελένη Δούκαινα υπό την εποπτεία για μία περίοδο του Δουκάτου των Αθηνών και η κόρη του Νικηφόρου Α’, η Ίθαμαρ (Θαμάρ) πριγκίπισσα της Ηπείρου, έγιναν οι πρωταγωνιστές της μεταφοράς των Άγιων λίθων της Οικίας της Θεοτόκου από την Παλαιστίνη, διαμέσου των τελευταίων Σταυροφόρων, στο βυζαντινό ορθόδοξο μοναστήρι της Πόρτας Παναγιάς στην Πύλη Τρικάλων, όπου εκεί προστατεύθηκαν για ένα μεγάλο διάστημα. Ο δε Ιωάννης A’ Άγγελος Κομνηνός, Σεβαστοκράτωρ της Θεσσαλίας, υπήρξε ο προστάτης αυτών των ιερών κειμηλίων, γινόμενος την τελευταία αυτή περίοδο της ζωής του, πιστός μοναχός του βυζαντινού μοναστηριού της Πόρτας Παναγιάς. Ο ίδιος, το 1283 όταν το έχτισε, ώς ανώτατος στρατιωτικός και διευθύνων, το είχε ονομάσει το μοναστήρι της «Ακαταμαχήτου Θεοτόκου των Μεγάλων Πυλών».
Μετά τον θανατό του το 1289, οι Άγιες πέτρες και τα ιερά κειμήλια της Οικίας της Θεοτόκου πέρασαν στον ετεροθαλή αδερφό του Νικηφόρο, διαμέσου των υιών του Ιωάννη Α’ και κατόπιν δόθηκαν σαν προίκα στην κόρη του Νικηφόρου Α’ Ίθαμαρ (Θαμάρ) για τον γάμο της με τον Πρίγκηπα του Τάραντα Φίλιππα Β’, τέταρτο γιό του Βασιλιά Καρόλου Β’ των Ανδεγαυών(Ανζού).
Η ειδική αποστολή τελούσε της συνοδείας των σταυροφόρων γιατί “τα πολύτιµα εκθέµατα”, των οποίων η Ελένη Δούκαινα, κόρη του Ιωάννη Σεβαστοκράτορα, φρόντισε την µεταφορά, είχανε στα εσωτερικά τους, τα νοµίσµατα της οικογένειας (του γιού της Γκυ Ντε Λα Ρος των Αγγέλων Κοµνηνών).
Σήμερα, αυτοί οι τρείς τοίχοι που η ορθόδοξη εκκλησία της Πόρτας Παναγιάς προστάτευσε από τους Οθωμανούς και από τους διαφόρους πειρατές, αποτελούμενοι από τις Άγιες πέτρες της Άγιας Οικίας της Παναγίας, βρίσκονται στο Λορέτο της Ιταλίας (20 Χμ. από το λιμάνι της Ανκόνα) στα εσωτερικά του ιερού ναού «Σάντα Κάζα ντι Λορέτο» και επισκέπτονται κάθε χρόνο, από τέσσερα εκατομμύρια πιστούς από όλο τον κόσμο…
Τέλος αξιοσημείωτο είναι και το εξής γεγονός.Το τελευταίο έργο της ελληνίδας ζωγράφου Ιωάννας Ξέρα που τιμήθηκε στις 29 Νοεμβρίου από την Ακαδημία επιστημών, γραμμάτων και τεχνών της Ρώμης αναφέρεται στην τελετή υποδοχής των αγίων λίθων της Οικίας της Παναγίας από τον Σεβαστοκράτορα Ιωάννη Α’ Άγγελο Κομνηνό, στην είσοδο του Ορθόδοξου μοναστηριού, ονομαζόμενο της «Ακαταμαχήτου Θεοτόκου των Μεγάλων Πυλών», παρουσία της συζύγου του Υπομονής, των μοναχών και ιερομένων και των στρατιωτών αυτού. (Φωτογραφία από το έργο αυτό δημοσιεύουμε παραπάνω)
α ιστορικά επιχειρήματα (συνοπτικά)
Α. Το έγγραφο “Cartualarium Culisanense” (φ. 181)
Σήμερα αυτό το έγγραφο, βρίσκεται φυλαγμένο επί της κρατικής βιβλιοθήκηςτης Μοντεβέρτζινε) στην επαρχία της πόλης του Αβελλίνο (Avellino). Αποτελείται από µία συμβολαιογραφική λίστα προικοδοτικών αγαθών, για το γάµο του Πρίγκηπα του Τάραντα Φιλίππου B’, γιο του Καρόλου Β των Ανζού (Ανδεγαυδών), με την Θαµάρ, που ήταν η κόρη του ∆έσποτα της Ηπείρου Νικηφόρου Α’ των Αγγέλων Κομνηνών, Δέσποτα της Ηπείρου και ανιψιά του Ιωάννη Β’ Σεβαστοκράτορα.
Πάνω στο προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο στο φύλλο 18141, πρέπει να επισημάνω, πως δεν υπάρχει ημερομηνία μα η γραφή του (incipit) εγγράφου εννοείται κατά συνετό και λογικό τρόπο πως αναφέρεται στον Ιούλιο – Οκτώβριο 1294, γιατί ο γάμος του Φιλίππου από τον Τάραντα και της Θαμάρ ή Μαργαρίτας των Αγγέλων, ανιψιάς του Ιωάννη Σεβαστοκράτορα, καθορίστηκε τον Ιούλιο-Αύγουστο 1294 και, κατόπιν, τελέστηκε στην Νάπολη τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο.
Το έγγραφο αρχίζει κατά τον εξής τρόπο:
Accipit Dominus Phipippus a Domino Nicephoro has res dotis nomine pro Margaritha sponsa.
Δηλαδή: ο Κύριος Φίλιππος λαμβάνει από τον Κύριο Νικηφόρο αυτά τα πράγματα σαν προίκα για την νύφη Μαργαρίτα.
Το ρήμα Accipit στον ενεστώτα είναι ενδεικτικό, μεταφέροντας το χρονικό διάστημα του γάμου, όταν με την νύφη ο Πρίγκηπας του Τάραντα έλαβε επίσης και την προίκα.
Κατά το γραπτό (incipit) αναφέρονται επίσης και τα ιστορικά πρόσωπα που εδώ ειδικά μας ενδιαφέρουν.
Ο Νικηφόρος Α’ των Αγγέλων Κομνηνών, κατευθείαν απόγονος των Αγγέλων Κομνηνών που είχαν βασιλέψει στην Κωνσταντινούπολη την περίοδο 1185-1204, γιος του Μιχαήλ Β’, Δεσπότη της Ηπείρου.
Στο 1271, με τον θάνατο του πατέρα του, αφού έγινε Δεσπότης, κληρονόμησε την Ήπειρο, την Ακαρνανία, την Αιτωλία, την Δολωπία, την Θεσπρωτία και τη Νήσο της Λευκάδας ή της Αγ. Μαύρας. Οι νήσοι
Ζακύνθου, Κέρκυρας και Κεφαλονιάς, που πέρασαν στον βασιλιά Μανφρέντι της Σουηδίας με τον γάμο του με την Ελένη των Αγγέλων, αδελφή του Νικηφόρου και κατόπιν έπεσαν στα χέρια των βασιλέων των Ανδεγαυών της Νάπολης.
Ο Νικηφόρος παντρεύτηκε με δεύτερο γάμο το 1265 την Άννα Κατακουζηνού/Παλαιολόγου, κόρης της Ευλογίας που ήταν αδελφή του Αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Μιχαήλ Παλαιολόγου. Απόκτησε τρία παιδιά. Την Μαρία, την Θαμάρ και τον Τομμάσο (Θωμά) που τον διαδέχθηκε στον θρόνο το 1296 με τον θάνατό του. Με τον Τομμάσο (Θωμά) – που τον σκότωσαν το 1318- δίδεται τέλος στην δυναστεία των Αγγέλων της Ηπείρου.
Κατά τους μήνες Ιούλιο ή Αύγουστο 1294, μετά από πολλές διαπραγματεύσεις και χάρη στην μεσολάβηση του Φλώρεντ Χινώ (Florent Hineaut), Πρίγκηπα της Αχαΐας, πραγματοποιείται η σύνταξη συμφωνίας του γάμου μεταξύ του Φιλίππου των Ανδεγαυών, πρίγκηπα του Τάραντα και υιού του Κάρολου Β’, βασιλιά της Νάπολης, με την Θαμάρ των Αγγέλων, κόρη του Νικηφόρου, δέσποτα της Ηπείρου, ετεροθαλή αδελφού του Ιωάννη Σεβαστοκράτορα, που ήδη το 1283 είχε ιδρύσει την βυζαντινή Μονή των Μεγάλων Πυλών (σημερινή Πόρτα Παναγιά).
Το γεγονός σχετικά με τον γάμο φαίνεται καθαρά από ένα έγγραφο των απολεσθέντων Μητρώων των Ανδεγαυών, που δημοσιεύθηκε από τον Μπουχόν (Bouchon) το 1845. Είναι ένα έγγραφο διατυπωμένο εγγράφως από τον ίδιο τον Φίλιππο, που εκδόθηκε στη Μέλφη (Melfi) στις 2 Ιουλίου 1294. Σε αυτό ο πρίγκηπας του Τάραντα, με την άδεια του πατέρα του Καρόλου Β’, δίνει εντολή στον Ρουτζέρο (Ruggero), αρχιεπίσκοπο της Σαντασεβερίνα (Santaseverina) και στους Μπερνάρντο (Bernando) και Σαντζιόρτζιο (Sangiorgio) να πάνε στην Ήπειρο και να συμφωνήσουμε γραπτώς, υπό την ιδιότητα των πληρεξουσίων αυτού, για το συμβόλαιο γάμου με τον Δεσπότη Νικηφόρο διαμέσου των πληρεξουσίων αυτού Τζιοβάννι Σινιορίο (Giovanni Signorio) και Αλέξανδρου Κοσαγιά, δίνοντας εκτεταμένες δυνάμεις, όπως η αποδοχή και η υπογραφή με το όνομά του των συμβάσεων, των υποσχέσεων και των γαμήλιων συμφωνιών.
Επειδή το έγγραφο εκδόθηκε στις 2 Ιουλίου 1294 είναι πιθανόν το συμβόλαιο που έγινε στην Ήπειρο να ολοκληρώθηκε και να υπογράφτηκε μεταξύ τέλους Ιουλίου και αρχές Αυγούστου εκείνης της χρονιάς, εκτιμώντας τον απαραίτητο χρόνο εκείνης της εποχής για το ταξίδι.
Ο Παρράτ (Parrat) και ο Λόνγκνον (Longnon) γράφουν πως ο γάμος πιθανώς να τελέστηκε στην Άκουιλα (Aquilla) στις 13 Αυγούστου 129444. Πιθανότατα σε εκείνη την ημερομηνία θα έγινε μόνο η ανακοίνωση, γιατί από άλλες πηγές φαίνεται πως ο γάμος τελέστηκε στην Νάπολη.
Το έγγραφο είναι του Σεπτεμβρίου 1294, όπως μας αφήνει να εννοηθεί διαμέσου ενός άλλου εγγράφου προηγουμένου της συνθήκης γάμου, της 12ης Ιουλίου 1294, μαζί με άλλα περιστατικά σχετικά με αυτό τον
γάμο. Το έγγραφο αυτό χάθηκε κατά την πολεμική περίοδο του 1943. Υπάρχουν, όμως, μερικά γνήσια αντίγραφα του 1859 με γραφικό εκσυγχρονισμό και με σχετική μετάφραση στα ιταλικά από τον Μπενεντέττο Ντ’ Ακουίστο (Benedetto D’Aquisto) 1790-1867, Επίσκοπο του Μονρεάλε (Monreale), που ονομάστηκε σε εκείνο το έτος, Μέγας Ιππότης της τάξεως των Αγγέλων εκ Κωνσταντινούπολης. Μεταξύ αυτών φανερώνεται και το φύλλο 181, υπογεγραμμένο από τον ίδιο τον Ντ’ Ακουίστο (D’Aquisto) και επικυρωμένο από τον Μ. Μ. Ορτένσιο Ντε Άγγελις (Ortensio De Angelis).
Πράγματι το έγγραφο αυτό, πιστοποιεί πως ο Νικηφόρος Άγγελος Κομνηνός, Δέσποτας της Ηπείρου και ετεροθαλής αδερφός του Ιωάννη Άγγελου Κομνηνού Σεβαστοκράτορα της Θεσσαλίας, δίνοντας την κόρη του Θαμάρ, σαν νύφη στον Πρίγκηπα Φίλιππο Β’ του Τάραντα, τέταρτο γιο του Καρόλου Β’ των Ανζού (των Ανδεγαυών – εικ. 21 εικόσημο) , βασιλιά της Νάπολης, παρέδωσε σε αυτόν μία λίστα προικοδοτικών αγαθών. Σε αυτή την λίστα, στην δεύτερη παράγραφο διαβάζεται: “sanctas petras ex domo dominae nostrae deiparae Virginis ablatas” και μεταφράζεται ως “οι άγιες πέτρες που φεύγοντας πάρθηκαν από την οικία της ∆έσποινάς µας, της Παρθένου, Μητέρας του Θεού”.
Στην τρίτη παράγραφο αναγράφεται: “Ligneam tabulam appictam ubi Domina Deipara Virgo Puerum Jesum Dominum ac Servatorem Nostrum in gremio tenet”. Δηλαδή: “Ένας ξύλινος πίνακας ζωγραφισμένος, όπου η Παναγία Παρθένος Μητέρα του Θεού κρατάει στην αγκαλιά τον μικρό Ιησού, Κύριο και Λυτρωτή μας”. Είναι αυτά τα εποικοδομητικά στοιχεία του Αγίας Οικίας του Λορέτου: Οι Άγιες Πέτρες της οικίας της Παναγίας και η εικόνα της Παρθένου με τον Ιησού, που είχε γνωστοποιηθεί  στο εκκλησάκι του Λορέτου σε ένα έγγραφο ήδη από το 1315 και που αντικαταστάθηκε μετά από το ξύλινο εκ κέδρου άγαλμα. Είναι σπουδαία και η χρονολογική σύμπτωση: ο γάμος του Φιλίππου με την Θαμάρ συμφωνείται τον Ιούλιο-Αύγουστο και τελείται κατά τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο 1294, ενώ η Αγία Οικία σύμφωνα με την παράδοση, φθάνει στο Λορέτο στις 10 Δεκεμβρίου 1294.
Β.Ο ι επιγραφές στην Μονή της Πόρτα Παναγιάς και της Santa Casa του Loreto.
traduzione-page-019
Γράφει ο ερευνητής:
«Ας λάβουμε υπ’ όψιν μας, πως και στις δύο φράσεις:
-“sanctas petras ex domo dominae nostrae deiparae Virginis ablatas” (Santa Casa)
-“Εκ βάθρων σώον, πάναγνε, στόμεν δόμον, πόνυμα ιερόν”(Πόρτα Παναγιά)
βρίσκουμε μερικά κοινά σημεία:
  1. χρησιμοποιούν την ίδια λέξη domus e δόμος,
  2. μιλούν για την Παναγία Θεοτόκο,
  3. μιλούν για ιερόν έργον (ιερές πέτρες),
  4. ενώ στην φράση (2) οι ιερές πέτρες “ανασηκώνονται” (στόμεν), στην φράση (1) οι ιερές πέτρες “φεύγοντας πάρθηκαν”(ablatas). Αυτό είναι δυνατόν, γιατί όπως θα δούμε και στην συνέχεια, ο Ιωάννης A’, ο οποίος πιθανότατα ήταν “ο Φύλακας των Αγίων Κειμηλίων”, πεθαίνει πράγματι το έτος 1289 και έτσι, εντός του έτους 1291, τα ιερά κειμήλια πάρθηκαν φεύγοντας. Στις 9 Μαΐου 1291, όπως θέλει η παράδοση της Μαρίας του Λορέτου, το δωμάτιο της Παρθένου έφθασε στην Ιλλυρία και εκείνη την χρονιά, την 1η Ιουνίου 1291, αρχίζει και η διαπραγμάτευση για τον γάμο της Θαμάρ με τον Φίλιππο Β’, γάμος που αργότερα γιορτάστηκε πιθανώς στην Aquila (Άκουιλα) την 13η Αυγούστου 1294. Είναι πιθανό έτσι, πως η αναφορά στο φ. 181 του Καρτουλάριουμ Kουλισανένσε (Chartularium Culisanense) να αφορά χρονολογικά κυριολεκτικά αυτό το γεγονός.
  5. Αναλύοντας την ελληνική επιγραφή, αντιλαμβανόμαστε πως βρισκόμαστε ενώπιον μίας περιγραφής περισσότερο λεπτομερούς: “πως η οικία ή μέρος της οικίας, είχε σωθεί”. Αυτό το σχέδιο διάσωσης μπορούσε να το ολοκληρώσει, φέρνοντάς το εις πέρας, ο Ιωάννης Α’, υπό την ιδιότητα του Δεσπότη της Θεσσαλίας και μεγάλου στρατηλάρχη (αρχηγός εμπορικής αποστολής).
Πράγματι, αυτός γνώριζε ήδη από καιρό, πως οι μουσουλμάνοι θα επιτίθεντο στους Αγίους Τόπους. Γι’ αυτό, πρόσφερε τις επαφές του και την διάταξη υποστήριξής του, για να διευκολύνει την μεταφορά των ιερών πετρών και τις τοποθέτησε σε ένα μέρος που το ονόμασε “ακαταμάχητο”: το μοναστήρι της Πόρτας Παναγιάς.
Οι ιερές πέτρες πάρθηκαν φεύγοντας και μεταφέρθηκαν διαμέσου θαλάσσης, αποπλέοντας από το λιμάνι της Άκρας πριν το κλείσιμο αυτού, πράγμα που έγινε όντως, στις 18 Μαΐου 1291, όταν η Άκρα έπεσε στα χέρια των μουσουλμάνων. Θεωρώ, επίσης, πως όποιος σκεφτόταν να σώσει τα Άγια Κειμήλια της Ναζαρέτ, θα κινήθηκε πολύ πριν και επομένως προτού την άφιξη, στις 15 Μαρτίου 1291 του μουσουλμανικού στρατεύματος στην Άκρα. Τέλος ο Ιωάννης Α’, θα μπορούσε να εξυπηρετηθεί από το Δουκάτο των Αθηνών, όπου διοικούσε η κόρη του Ελένη, ως ασφαλής περιοχή για να μεταφέρει τις ιερές πέτρες στην Θεσσαλία.
Γ. Το νόμισμα του Λαντισλάο των Ανζού-Δυρράχιο, βασιλιά της Νάπολης.
Κατά τις αρχαιολογικές έρευνες βρέθηκε, επίσης, και ένα νόμισμα του Λαντισλάο των Ανζού-Δυρράχιο, βασιλιά της Νάπολης από το 1386 έως το 1414, προ-εγγονός του Φιλίππου Β’, συζύγου της Θαμάρ. Είναι το μοναδικό νόμισμα που βρέθηκε εντοιχισμένο στις πέτρες της Αγίας Οικίας. Βρισκόταν κάτω από το ονομαζόμενο “παράθυρο του Αγγέλου”, μαζί με τους πέντε σταυρούς κόκκινου υφάσματος και τα απομεινάρια ενός αυγού στρουθοκαμήλου. Τέλος η πιθανή φιγούρα του Α.Λουίτζι ΙΧ – S.Luigi 9°- (IX) βασιλιά της Γαλλίας, ζωγραφισμένη στην δυτική πλευρά του τοίχου της Αγίας Οικίας κατά τον 14° (XIV) αιώνα, που μας φέρνει στο νου την οικογένεια των Ανζού, έχοντας ο βασιλιάς αδελφό τον Κάρολο Α’ των Ανζού, ήδη θείο του Φιλίππου Β’, Πρίγκηπα του Τάραντα και συζύγου της Θαμάρ.
Αυτά τα πρόσωπα μας οδηγούν επίσης και στην εποχή των σταυροφοριών, όταν ήταν ευρέως διαδεδομένο το γεγονός της μεταφοράς των Άγιων κειμηλίων από την Ιερά Γη προς τη Δύση. Είναι γνωστό μεταξύ άλλων το επεισόδιο της αφαίρεσης εκτεταμένου χώματος της Πανάγιου Τάφου εκ μέρους μεριών προερχόμενοι εκ Πίζας Ιταλίας, οι οποίοι, αφού το φόρτωσαν σε πλοία στο μετέφεραν στην πόλη τους το 1203 και το τοποθέτησαν στο δικό του φημισμένο άγιο κάμπο. Πρέπει, επίσης, να τονίσουμε πως η Ανκόνα (η Ancona βρίσκεται περίπου 25 Χμ. Από το Λορέτο), ήταν το πιο σημαντικό λιμάνι του Παπικού Κράτους, από το οποίο αναχωρούσαν πλοία κατευθείαν για την Ιερά Γη. Το 1290, ένα χρόνο πριν την μετατόπιση, σαλπάρισαν από την Ανκόνα 20 γαλέρες υπό την αρχηγεία του Ρουτζέρο Τοντίνο (Ruggero Todino), μετά από πρόσκληση του Νικολό 4ου (Nicolò ΙV) που ήταν ένας Πάπας από τις Μάρκε, τον νομό που η Ανκόνα είναι πρωτεύουσα. Ο Νικολό 4ος (Nicolò ΙV) στα τελευταία χρόνια κήρυξε μία σταυροφορία για να βοηθήσει του χριστιανούς της Ιεράς Γης, που ήταν σε δυσκολία από την αναπόφευκτη προώθηση των Μουσουλμάνων.
Τον ίδιο χρόνο πάντα υπό τη θέληση του Νικολό 4ου (Nicolò ΙV), αναχώρησαν τετρακόσιοι σταυροφόροι από το Καμερίνο (Camerino), περιοχή κοντά στο Λορέτο, προοριζόμενοι στη Παλαιστίνη.
Αυτά και άλλα επεισόδια βοηθούν στο να κατανοήσουμε το ιστορικό-γεωγραφικό πλαίσιο, στο οποίο τοποθετήθηκε η Αγία Οικία: H Ανκόνα ήταν το μοναδικό λιμάνι του Παπικού Κράτους για τις μεγάλες διακινήσεις των σταυροφόρων και το λιμάνι του Ρεκανάτι (recanati), λειτουργήσιμο από το 1229 μετά αδείας από τον Φεντερίκο Β’ (Federico II), με ικανότητα προσόρμισης μεγάλων φορτηγών πλοίων,
μπορούσανε να είναι ένας αυθόρμητος προορισμός για τους δημιουργούς της μεταφοράς. Είναι σημαντικό, επίσης, να τονίσουμε πως το έτος 1291 της μετατόπισης συμπίπτει με το έτος της μεγάλης και ανεπανόρθωτης απώλειας της Άκρα και του λιμανιού της για τους σταυροφόρους, οι οποίοι, από εκείνη τη στιγμή, έχασαν πραγματικά τον έλεγχο της Παλαιστίνης. Θεληματικοί χριστιανοί, αφού διεπίστωσαν την ανεπανόρθωτη καταστροφή, ίσως μπόρεσαν και επιχείρησαν να σώσουν παίρνοντας μαζί τους το φορτίο με τις πέτρες της οικίας της Παναγίας για να την ξαναχτίσουν στην παλιά νότια Ιλλυρία (περιοχή Ασπροποτάμου της Πύλης) και μετά στην Ιταλία.
Σίγουρα αυτή η υπόθεση υπήρξε ένα κεραυνός για την Καθολική Κοινότητα, γιατί σύμφωνα με αυτή καθώς και με άλλες πηγές, μια βυζαντινή οικογένεια ευγενών ονόματι Άγγελοι Κομνηνοί πήρε την πρωτοβουλία τον 13ο αιώνα να σώσει τα ιερά κειμήλια της Αγίας Οικίας από τον κίνδυνο καταστροφής των Μουσουλμάνων για να ξαναχτίσουν στο Λορέτο το αρχικό χτίσμα της Οικίας της Μαρίας. Και δεν υπάρχει μόνο μία σύμπτωση στο έτος κατά το οποίο επέρχεται αυτή η μετατόπιση (ακόμη και οι μήνες είναι πολύ κοντά – Οκτώβριος/Δεκέμβριος) μα, επίσης, και στο γεγονός πως η οικογένεια των Αγγέλων Κομνηνών θα ήταν κάτοχος εκτάσεων γης στο Λορέτο. Μόλις έλαβε γνώση του εγγράφου ο ρωμαιοκαθολικός πρελάτος Landrieux έγραψε στο σημειωματάριό του “Αυτή [η Αγία Οικία] φυσικά και μεταφέρθηκε στο Λορέτο από τα χέρια των Αγγέλων, μα αυτοί οι άγγελοι δεν είναι εκείνοι του ουρανού. Ο xρόνος σκίασε σιγά σιγά το ιστορικό γεγονός και η πεποίθηση του λαού αντικατέστησε τους Αγγέλους της Κωνσταντινούπολης με τους αγγέλους του ουρανού”.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
«Οδηγούμαστε …όλο και περισσότερο, προς την τεκμηρίωση και την ιστορική βεβαίωση, ότι οι πέτρες της Αγίας Οικίας της Θεοτόκου – ιερός τόπος πίστης και ευλάβειας από το 1315 – πέτρες γύρω από τις οποίες, προέκυψε ο Ιερός Ναός της Παναγίας του Λορέτο στον Νομό των Μάρκε Ιταλίας, είχανε μεταφερθεί σε αυτό το μέρος από την Πύλη Τρικάλων Θεσσαλίας, όπου είχανε προστατευτεί στο Βυζαντινό Ορθόδοξο Μοναστήρι της Πόρτας Παναγιάς, της “Ακαταμαχήτου Θεοτόκου των Μεγάλων Πυλών”, όπως ονομαζόταν. Η μετατόπιση έγινε γιατί αυτά τα Άγια Κειμήλια, ανήκανε στην κατόπιν συμφωνίας προικοδοτική λίστα των αγαθών, λόγω του γάμου μεταξύ της Πριγκίπισσας Θαμάρ ή Μαργαρίτας των Αγγέλων Δούκα Κομνηνών, κόρης του Δέσποτα της Ηπείρου Νικηφόρου Α’- ετεροθαλή αδερφού του Ιωάννη Α’ Δούκα Κομνηνού, Σεβαστοκράτορα της Θεσσαλίας, άμεσο πρόγονο της Α.Ε.Β. και Αυτοκράτορα Αλέξιου – και του Φιλίππου Β’ των Ανδεγαυδών (Ανζού), Πρίγκηπα του Τάραντα.
Πράγματι, εξ’ αιτίας αυτού του γεγονότος, οι πρόγονοι του τωρινού Ηγεμόνα της Οικίας Πρίγκηπα Αλέξιου (Alessio Ferrari Angelo Comneno), κατόπιν μίας πρώτης εγκατάστασης στη Νάπολη, μεταφέρθηκαν κυριολεκτικά σε εκείνα τα μέρη, ήτοι στην Επισκοπή της πόλεως του Καμερίνο (Diocesi di Camerino), όπου είχαν ορισμένες ιδιοκτησίες και όπου μπορούσανε να επωφελούνται της προστασίας της Αγίας Έδρας (της αποστολικής και νομικά τεκμηριωμένης έδρας του Πάπα), όπως αποδείχθηκε από τις εγκυκλίους και σύμφωνα με τα νομικά χειρόγραφα (Motu Propri), μετά από προσωπική πρωτοβουλία πάρα πολλών Ποντιφίκων.(ΧΑΡΗΣ ΚΟΥΔΟΥΝΑΣ)




                           πηγή: omothimadon.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου