Κατηγορίες αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΛΑΤΡΗΝΟΥ

[ΚΤΗΤΩΡΟΣ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙ ΠΟΤΕ ΔΙΑΛΑΜΨΑΣΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΩΝ ΣΠΟΝΔΩΝ]

Ο Όσιος πατήρ ημών Χριστόδουλος, ο θερμός αυτός ζηλωτής της χριστιανικής αρετής, που αφιέρωσε το βίο του σε θεάρεστα έργα κι έζησε ως ταπεινός ασκητής αλλά και σαν ανώτερος ιεραποστολικός δημιουργός, γεννήθηκε κατά το 1014μ.χ. σε μια μικρή κωμόπολη της Βιθυνίας, της μικρασιατικής φημισμένης επαρχίας της Νίκαιας.

 http://www.patmosmonastery.gr/images/img1724906.jpg


Το βαπτιστικό όνομα του οσίου Χριστοδούλου ήταν Ιωάννης. Οι γονείς του, αγαθοί αστοί με πρακτικό πνεύμα, βλέποντας πως το παιδί τους ήταν ''ταμείον παντός αγαθού, ταπεινόν κατά το φρόνημα και περιδέξιον εις τα ούτω λεγόμενα τυχαία του βίου συμβάντα’’, αναθέτουν τη μόρφωσή του σ’ ένα γραμματιστή, όπως έλεγαν τους δασκάλους την εποχή εκείνη. Ο νέος δεν αργεί να φανερώσει τη ζωηρή του αντίληψη και την πνευματική του φεγγοβολιά, θαμπώνοντας με το λαμπρό του πνεύμα τόσο τους γονείς του όσο και το γραμματιστή του. Όμως ένα από τα μαθήματα που κυριολεκτικά αιχμαλωτίζει την ψυχή του, είναι η μελέτη της Αγίας Γραφής, που του γίνεται το γλυκύτερο και το σπουδαιότερό του εντρύφημα!

Η μυστικοπαθής του φύση, η φιλοσοφική του προδιάθεση, η γεμάτη εκστατικές ανατάσεις και οραματισμούς ψυχονοητική του σύνθεση διαγράφουν, από πολύ νωρίς, στο στερέωμα του νου του το μαγικό πλέγμα ενός νέου αστερισμού για τη μελλοντική πληρότητα μιας ζωής με ανοιχτή προέκταση προοπτικής πάνω από τους φθαρτούς νόμους των επίγειων αγαθών. ''Ο Θείος Έρως’’ είχε τώρα οριστικά πλημμυρίσει όλη την ύπαρξη του Ιωάννη, πράγμα που έβαλε σε μεγάλη ανησυχία τους γονείς του. Του κάνουν πικρές παρατηρήσεις, προσπαθούν να τον πείσουν να αποστρέψει την προσοχή του από τα ουράνια και να προσγειωθεί στο στέρεο σύγχρονό του έδαφος, να αποκτήσει την ικανότητα του χρηματικού κέρδους ώστε ν’ αυξήσει ακόμη περισσότερο την πατρική του περιουσία! Ο γιος τους όμως απαντούσε, κατά τα γνωστά ρητά των ψαλμών του Δαβίδ: ''πλούτος'', ή, ''εν''.

Οι γονείς του σκέπτονται να τον νυμφεύσουν, μήπως και με τους περισπασμούς του γάμου απομακρυνθεί από την επίμονη προσήλωσή του προς τα θεϊκά σπουδάγματα. Παρ' όλη την άρνησή του, τον αρραβωνιάζουν με μια κόρη του τόπου του. Ο Ιωάννης ούτε συγκινείται απ’ αυτήν, αλλά ούτε και αλλάζει σκέψεις. Τις παραμονές του γάμου του δραπετεύει από το πατρικό του σπίτι για να ακολουθήσει έναν ενάρετο και καλό οδηγό, που τον ανεβάζει σ’ ένα ψηλό βουνό της Ανατολής, το όρος του Μυσίου Ολύμπου, όπου στις υπώρειές του ήταν χτισμένη η πολιτεία των Προυσαέων. Εκεί, όπως και σ’ όλα τα απόμερα μέρη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, υπήρχαν πολλά μοναστήρια καθώς και ασκηταριά.

Ο νέος αναχωρητής πηγαίνει σ’ ένα από αυτά, όπου συναντά έναν σοφό γέροντα που τον παίρνει κοντά του και τον κατηχεί, λέγοντάς του πόσο σκληρή και δυσκολοκατόρθωτη είναι της αρετής η επικράτηση και πόσο μεγάλες οι παγίδες της κακίας γύρω από την ψυχή του χριστιανού, γιατί η πάλη ''δεν είναι προς αίμα και σάρκα, αλλά προς εχθρούς άσαρκους και αόρατους, προς τα πνεύματα της πονηρίας''. Ο Ιωάννης, με το ζωντανό παράδειγμα και την καθημερινή νουθεσία του δασκάλου του, προπαρασκευάζεται καρτερικά για τα πνευματικά του αγωνίσματα, με κόπους, με νηστείες, με προσευχές, με αγρυπνίες. Όσο το σώμα του εξαϋλώνεται τόσο το πνεύμα του δυναμώνει και κραταιούται.

Αποβάλλει τώρα, μαζί με το κοσμικό του φόρεμα, και το κοσμικό του όνομα και μετονομάζεται Χριστόδουλος. Έπειτα από τρία χρόνια ειρηνική συμβίωση με τον άγιο του πατέρα, έρχεται ο θάνατος ν’ αποστερήσει το νέο ασκητή από το σοφό πνευματικό του σύντροφο. Με θλιμμένη ψυχή, αλλά και γεμάτος φόβο μήπως μάθουν οι γονείς του το κρησφύγετό του, φεύγει για τη Ρώμη συνεπαρμένος από το θερμό πόθο να προσκυνήσει τους τάφους των κορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, που τους θανάτωσε ο Νέρων μέσα στους φοβερούς διωγμούς των χριστιανών, κόβοντας του πρώτου το κεφάλι και κρεμώντας σε σταυρό τον δεύτερο.

Αφού ζήτησε προστασία και δύναμη από τους θείους Αποστόλους, ο Χριστόδουλος φεύγει για την Παλαιστίνη. Πηγαίνει σε διάφορα εκεί μοναστήρια της Ιερουσαλήμ, της Ναζαρέτ, της Βηθλεέμ, ασπάζεται τα ιερά χώματα της θεϊκής Φάτνης, περιοδεύει στις όχθες της Τιβεριάδας και του Ιορδάνη, φτάνει ως το όρος Θαβώρ, όπου, σαν άλλος μαθητής του Χριστού, αισθάνεται την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος ίδια με πύρινη γλώσσα να τον περιτυλίγει ολόκληρον. Με υπερπληρωμένη πια την ύπαρξή του από την θεϊκή χάρη αποφασίζει ν’ ασκητέψει σ’ ένα ερημικό μέρος όπου ζούσαν λίγοι μοναχοί. Είναι τώρα 25 χρονών. Με αυταπάρνηση και προθυμία υπηρετεί τους αδελφούς συνασκητές, εργάζεται και κοπιάζει αγόγγυστα, δείχνει <<μεγάλη εγκράτεια της τε γαστρός και του ύπνου, απέχει από πάντων εκείνων τα οποία ηδύνουσι την αίσθησιν. Το ύδωρ μόνον ως νηφάλιον ποτόν μετεχειρίζετο, αρκούμενος εις άλας και άρτον>>.
 
Ο ασκητής μας είναι πάλι τώρα αναγκασμένος να φύγει το ταχύτερο από το ήσυχο αυτό κατάλυμα της ερήμου, γιατί Αγαρηνοί κουρσάροι έπεσαν σαν άγρια θεριά και λυμαίνονται τις ακτές της Μικρασίας. Μόλις προφταίνει, με λίγους μοναχούς, να σωθεί από τη σφαγή. Μπαίνουν γρήγορα σ’ ένα πλοίο και φτάνουν στη Μίλητο, μίαν από τις αρχαιότερες ιωνικές πολιτείες κοντά στις εκβολές του ποταμού Μαιάνδρου. Εκεί, σ’ ένα ψηλό βουνό λεγόμενο Λάτρος, υπήρχαν πολλά μοναστήρια που αποτελούσαν μίαν ολόκληρη σχεδόν πολιτεία.

Ο Χριστόδουλος που με την ηλικία επρόκοβε σε σοφία, σε αρετή και σε γνώση, καταυγάζοντας με τον εμπνευσμένο λόγο του όλους τους αδελφούς του όρους Λάτρους, εκίνησε γρήγορα το θαυμασμό και την αγάπη τους σε τέτοιο βαθμό ώστε με θερμές παρακλήσεις του ζητούσαν όλοι να γίνει ο οδηγητής και ποιμενάρχης τους.

Ο Χριστόδουλος, που προτιμούσε να ζει σαν ταπεινός καλόγερος χωρίς τίτλους και αξιώματα, αρνήθηκε. Τότε σηκώθηκαν μερικοί από τους μοναχούς κ’ επήγαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου παρουσιάστηκαν στον Πατριάρχη Κοσμά τον Α’ που κατείχε τον πατριαρχικό θρόνο από το 1079-1081 και, αφού του παράστησαν τον υπέροχο αυτόν άνδρα, τον παρακάλεσαν να τον καλέσει για να τον πείσει ν’ αναλάβει την αρχιποιμαντορία της Μονής του Αγίου Παύλου του Λάτρους . Ο Χριστόδουλος, έπειτα από την πατριαρχική εντολή, έγινε ο  ''παντός του όρους αρχιμανδρίτης'', με την προσωνυμία ο Λατρηνός, που επότιζε με τους θησαυρούς του λόγου του τις διψασμένες για θεϊκή αλήθεια ψυχές των αδελφών του. Όλοι εκρέμονταν από τα χείλη του και θεωρούσαν νόμο τον κάθε του λόγο, αιχμαλωτισμένοι από την πραότητα και το μειλίχιο του ύφους του,όσο και από την βαρύτητα και το βάθος της υπέρτατης πνευματικής ουσίας που ανάβλυζε αυθόρμητα από την αυστηρά πειθαρχημένη συνείδησή του.

Αλλ ’ας ακούσουμε τον ίδιο πως εκφράζεται για το μοναχικό βίο του όρους Λάτρους και για τους πνευματικούς δεσμούς που τον ένωσαν με τους εκεί αδελφούς του μοναχούς:

<< Η αγάπη προς τους αγίους εκείνους άνδρες, η οδηγήσασα ημάς εις το όρος τούτο, έστησε και τον σκοπόν ημών εν αυτώ και ποιήσαμεν εν αυτώ αγώνα πνευματικόν. Και δια της βοηθείας του Θεού η εν τω όρει τούτω διαγωγή υμών προήχθη εις περιωπήν, διότι ήμεθα εν αυτώ καθ’ ομάδας ασκούμενοι, και που μεν δύο ή τρεις ομού εν τω ονόματι του Κυρίου κατά τον ιερόν λόγον {Ματθ., Ιη’20} εδιητώντο, που δε και περισσότεροι, προτιμώντες τον κοινοβιακόν βίον, και αλλαχού δε πολυάριθμον πλήθος διηρημένον άμα και ηνωμένον εφαίνετο, κατά την αρχαίαν παράδοσιν των πατέρων, ενούμενοι καθ’ εκάστην Κυριακήν. Και αφού μετέδιδον προς αλλήλους ομιλίαν ψυχωφελή, πάλιν επέστρεφον εις τα ίδια και διήνυον ησύχως εν ψαλμωδίαις και εργοχείροις τας έξ εργασίμους ημέρας της εβδομάδος. Και ήτο ο εις προς τον άλλον το παν, διότι διεγείρετο ο εις υπό του άλλου εις το έργον της αρετής, και εκ του κοινοβιακού δε βίου κατωρθούντο, μετά μεγάλης ακριβείας από των προς τούτο τεταγμένων, χωρίς ουδόλως να αλλοιούται τι ή να παραχαράττεται. Ω, πώς να υπομείνω αδακρυτί την ανάμνησιν τούτων! Δεν ηκούετο ποτέ μεταξύ των μεθ’ υμών εν τω Λάτρει καθημένων άσεμνος ομιλία, δεν εφαίνετο ποτέ μεταξύ εκείνων απρεπής συνάθροισις, δεν υπήρχον εις εκείνους συμπτώματα έριδος, ή μίσους, ή βασκανίας, δεν υπήρχεν εις κανένα εκεί ιδιάζουσα όλως και μερική και λαθραία τινός πράγματος σκέψις, αλλ’ ήτο ο εκεί διαγόμενος βίος, και εν πάσιν ευσχημοσύνη, ακτημοσύνη, αγαθοσύνη, και επί πάσι τούτοις τοις κατορθώμασιν η κορωνίς των αρετών, η ταπεινοφροσύνη.>>

Παρ’ όλη όμως αυτή την αυστηρά ηθική του πειθαρχία ο Χριστόδουλος δεν ήταν οπισθοδρομικός σχετικά με την κάθε πνευματική πρόοδο, είτε επιστημονική, είτε φιλοσοφική, είτε καλλιτεχνική, όπως βλέπουμε πιο κάτω.

O Mεγάλος βυζαντινολόγος της Γαλλίας Κάρολος Ντηλ, εκφράζεται μ’ αυτό τον τρόπο για τον Λατρηνό: <<αντίθετα προς άλλους βυζαντινούς ασκητές, που η αποκλειστική, γύρω από την πίστη, φροντίδα τους γεννούσε κάποια περιφρόνηση στην επιστήμη, ο Όσιος Χριστόδουλος φαινόταν ότι ζωηρά αισθάνθηκε πόση σπουδαιότητα παρουσιάζει η φιλοσοφική μόρφωση. Στην από κάθε άποψη αξιόλογη υποτύπωσή του, όπου ορίζει τα καθήκοντα των μοναχών, μέσα σ' εκείνες τις σελίδες που μας δίνουν μια ιδέα της μεγάλης ηθικής αξίας και της ευθυκρισίας του Χριστόδουλου, ανάμεσα στα έργα που συνιστώνται στους μοναχούς είναι και η τέχνη του καλλιγράφου.Όσο για την πολύτιμη βιβλιοθήκη του Λάτρους και τα χειρόγραφά της, τα περισυνέλεξε και τα διατήρησε με πολλούς κόπους και με αφοσίωση περιπαθή.>>

Οι περιπέτειες όμως του αναχωρητή Χριστοδούλου δεν είχαν ακόμη τελειώσει, γιατί νέο πειρατικό κύμα Αγαρηνών έρχεται να σπείρει τον όλεθρο και την καταστροφή και σε τούτο το ιερό καταφύγιο της ανάτασης και της προσευχής. Ύστερα από επτά χρόνια νέα πάλι φυγή των μοναχών του Λάτρους με τον ιεραπόστολό τους προς την αρχαία Αλικαρνασσό, όπου αποβιβάζονται, συναποκομίζοντας και τη βιβλιοθήκη της μονής σε μια πολίχνη με τ’ όνομα Στρόβιλος. Στο ομώνυμο βουνό είναι ένα μοναστηράκι, ιδιοκτησία ενός καλόγερου, Αρσένιου Σκηνούριου, που έχει πολλά κτήματα και στην Κω. Αφού ο Χριστόδουλος μένει λίγο εκεί, πηγαίνει στο νησί του Ασκληπιού όπου ο Αρσένιος του δίνει την άδεια να κτίσει σε ένα από τα οικόπεδα του εκκλησία και μοναστήρι.

Σύμφωνα με την παράδοση, ο Χριστόδουλος, ερχόμενος στην Κω, εγκαταστάθηκε στο ορεινό μέρος του νησιού στους πρόποδες του Ωρομέδοντος όρους και έκτισε ναό αφιερωμένο στην κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ο ναός αυτός πρέπει να αποτελούσε το καθολικόν της Ιεράς Μονής των Σπονδών, που έλαμψε με την εκκλησιαστική του παρουσία για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Η Μονή των Σπονδών ήταν ήδη από το 1262 μετόχι της Ιεράς Μονής Πάτμου, όπου ίδρυσε και εγκαταστάθηκε ο όσιος Χριστόδουλος, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Μετά από λίγο καιρό στις υπώρειες του βουνού Πηλί, σ’ένα βαθύ φαράγγι κάτω από τον απότομο γκρεμό του Κάστρου, ο Χριστόδουλος ορθώνει νέα κτίσματα και ναό αφιερωμένα στην Παναγιά την Καστριανή. Η φήμη του Λατρηνού ιεραποστόλου στο ιστορικό και υπέροχο νησί της Κω είχε προηγηθεί στην Κω πολύ πριν από την εκεί παρουσία του. Κάθε μέρα τα πλήθη από όλο το νησί και από τα γύρω κτήματα έρχονται προς αυτόν, να τον γνωρίσουν από κοντά, να τον θαυμάσουν, να δεχθούν την ευλογία του. Ο κοσμικός όμως θόρυβος είναι ξένος προς το γαλήνιο κλίμα της ασκητικής ψυχής του Χριστοδούλου, που ζούσε σ’ ένα ξεχωριστό δικό του κόσμο γεμάτο αυτοσυγκέντρωση και περισυλλογή.

Όλη αυτή η κίνηση άρχισε τώρα να τον κουράζει και να τον απωθεί από το δήθεν ησυχαστήριό του αυτό, όπου δεν μπορεί να πραγματοποιήσει ένα μεγάλο του όνειρο που από χρόνια τρέφει μέσα στην ταπεινή όσο και ενεργητική ψυχή του. Πώς θα κατορθώσει να δώσει σάρκα και οστά σ’ ένα ιερό εσωτερικό του πόθο που όλο και τον φλέγει περισσότερο? Πώς θα φτάσει στην πραγματοποίηση ενός μεγάλου του ιδανικού: να δημιουργήσει ένα μνημειακό χριστιανικό έργο, μια νέα Σιλωάμ, μια κυψέλη καθάρια πνευματική που το μέλι της να μένει αστείρευτο στον άπαντα αιώνα? Του ήταν αδύνατον να μείνει στην Κω. Ο ίδιος μας μιλεί για την εκεί διαμονή του και για τις ανησυχίες του με αυτά τα λόγια:
 
<<….ίσως εφάνημεν ότι ηρεμούμεν επ' ολίγον, αλλ' αφ' ενός μεν διότι διήγομεν μεταξύ των κατοίκων, αφ' ετέρου δε διότι υπήρχον κτήματα των κατοίκων της νήσου ταύτης συνορεύοντα πολύ προς τα αφιερωμένα ημάς, οι συν εμοί αδελφοί εβλάπτοντο και εγένοντο και διαφοραί με τους συνορεύοντας, ένεκεν τούτου συνέβαινεν εις ημάς ενόχλησις ουδόλως διαφέρουσα των αστικών θορύβων. Με ανησυχεί λοιπόν φόβος μέγας μήπως άραγε, ενώ οι εμοί αδελφοί ενασχολούνται εις πάσαν ανάγκην και βυθίζονται εις την τύρβην των βιωτικών παθών και αναμιγνύονται με κοσμικούς άνδρας και έχουσι δοσοληψίες προς αυτούς και πολλάκις διαμάχας, μήπως λέγω συμβή να παρευρεθή τις εις τους λόγους του πονηρού και να κυριευθή φευ! Υπό των παγίδων εκείνου και ούτω θέλει ζημιωθή ο δυστυχής την ψυχήν, της οποίας άπας ο κόσμος, κατά τι ιερόν και θείον λόγιον, είναι αντάξιος. Ο φόβος ούτος με κατείχεν εκ μέσης καρδίας και μου συνέτριβε τα οστά, και μου εξεμύζα τους μυελούς, και διέσπα τα νεύρα, και διεμέριζε τας σάρκας, και συνεχώς έλεγον κατ' εμαυτόν: Μεταναστεύου, δυστυχή, ως στρουθίον εις τα ακατοίκητα μέρη και εντελώς έρημα... μέχρις ότου εύρης τόπον ανεπίδεκτον εις τους μετά σου και κατοικίαν συντίνουσαν εις το έργον της σωτηρίας. Ταύτα σκεφθείς και ευρών τους αδελφούς μου θέλοντας και διαλεγομένους συμφώνως προς ταύτα και εισηγουμένους περί του νησίου του κειμένου μεν προς ανατολάς του Ικαρίου πελάγους, απομεμακρυσμένου δε εντελώς της ηπείρου και των παρακειμένων νήσων, ονομαζομένου δε ''Πάτμος'' , εκυριεύθην καθ' ολοκληρίαν υπό του πόθου του νησίου τούτου, διότι ήτο μεν το άκρον αυτού έρημον ανθρώπων, η διαμονή δε αθόρυβος, και απροσπέλαστος η ελλιμένισις εις εμπορικά πλοία...>>

Ως τώρα λίγο πολύ ενομίζαμε πως ο Χριστόδουλος δεν ήταν άλλο παρά ένας ασκητικός ιεροδιδάσκαλος που ζούσε μια ζωή περισσότερο παθητική παρά ενεργητική. Όμως τα πράγματα, όπως θα δούμε αμέσως, μαρτυρούν το αντίθετο.

Βρισκόμαστε στο τρίτο τέταρτο του ΙΑ’ αιώνα, στα δοξασμένα χρόνια που βασίλευε στο Βυζάντιο ο γενναίος και θεοσεβέστατος αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ ο Κομνηνός. Τα μεγαλεπήβολα έργα του, όπως και η ρητορική του δεινότητα με το  ''γλωσσικό κατακλυσμό των επιχειρημάτων'' για τον οποίο η κόρη του και μεγάλη συγγραφέας Άννα Κομνηνή τον παρομοιάζει στην ''Αλεξιάδα'' με τη ρητορική του Δημοσθένη, είναι πασίγνωστα σε όλη την υφήλιο.

Αυτή την εποχή ο Λατρηνός Χριστόδουλος, αρκετά τώρα γερασμένος, εγκαταλείπει την Κω και φεύγει για την Κωνσταντινούπολη. Εκεί παρουσιάζεται στον Αλέξιο Κομνηνό, του διηγείται το βίο του και τις περιπέτειές του, του εκθέτει τα μελλοντικά του σχέδια και τα ωραία όνειρα που, σαν άσπρα ειρηνοφόρα περιστέρια, κατακλύζουν τον ολοκάθαρον ουρανό της ψυχής του.

Ο Χριστόδουλος ζητεί από το γαληνότατο αυτοκράτορα να του παραχωρήσει το από αιώνες έρημο και ακατοίκητο νησί της Πάτμου, το καθαγιασμένο από τον Ευαγγελιστή Ιωάννη το Θεολόγο. Εκεί ονειρεύεται να χτίσει ένα από τα μεγαλύτερα μοναστήρια της Ανατολής, ''φροντιστήριον, ιατρείον των ψυχών και της αρετής εργαστήριον'', γιατί θεωρεί την πάτμο ανώτερη από το όρος Σινά.  Γράφει ο ίδιος:<<ηύξησε δε τον πόθον μου, και η εν αυτή διαμονή του ηγαπημένου τω χριστώ μαθητού και Ευαγγελιστού και παρθένου και η αοίδιμος οπτασία και παμμακάριστος εκείνου έκστασις και η υψηλή και ουράνιος μυσταγωγία της θεολογίας και η βροντώδης και θεόφεγγος υπαγόρευσις του Ευαγγελίου, διά τα οποία πάντα, και παραβάλλων την Πάτμον προς το Όρος Σινά, εθεώρουν ταύτην ανωτέραν εκείνου, αποδίδων εις ταύτην το πρωτείον κατά τοσούτον μάλλον καθ' όσον γνωρίζω προτιμοτέραν την χάριν από την σκιάν, την αγάπην από τας εμφάσεις, το πνεύμα από το γράμμα και το Ευαγγέλιον από την εν πλαξί νομοθεσίαν...>>

Με τη δύναμη του λόγου του ο Αλέξιος προσπαθεί να μεταπείσει τον Χριστόδουλο πως πρέπει να παραιτηθεί από το σχέδιό του και ότι προτιμότερο θα είναι να εξακολουθήσει το ψυχοσωτήριο έργο του καλού ιεροδιδασκάλου και ποιμένα, σώζοντας από την απώλεια τα πλανεμένα πρόβατα που είναι έτοιμα να γίνουν τροφή στα σκοτεινά πνεύματα της αμαρτίας, και όπως ο Μωυσής ελευθέρωσε το γένος του από τα δελεαστικά πάθη του νοητού Φαραώ και τα οδήγησε στην άνω Ιερουσαλήμ, έτσι και ο Χριστόδουλος ν’ αφιερωθεί στον ίδιο μ’ εκείνον ανώτερο προορισμό. Όσο κι αν είναι πειστικά τα επιχειρήματα του αυτοκράτορα, άλλο τόσο πειστικότερα είναι εκείνα του αναχωρητή. Για να ευχαριστήσει όμως κατά ένα μέρος τον Αλέξιο, κάθεται και γράφει μία ''υποτύπωση'', δηλαδή ένα σοφό κανονισμό, για την αρμονική και πειθαρχική συμβίωση των καλογήρων στα μοναστήρια και για την ηθική και την πνευματική τους ανύψωση.

Είναι τόσο εμπνευσμένο το κείμενο αυτού του κανονισμού, που μαρτυρεί βαθύτατη σωφροσύνη και μεγάλη ηθική ανωτερότητα, ώστε, μόλις ο Αλέξιος και οι συγκλητικοί το διαβάζουν, μένουν κατάπληκτοι από τα θεόπνευστα διδάγματα που περιέχει. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με τους μοναχούς της μονής Κελία ή Ζαγορά της Θεσσαλίας που η μεγάλη αυστηρότητα του κανονισμού τους περιορίζει τις ελευθερίες τους, όταν λ.χ. διαβάζουν στις σελίδες του: <<καθώς ο ιχθύς εξελθών του ύδατος αποπνίγεται, ούτω και ο μοναχός ο συχνώς την εαυτού μονή εγκαταλείπων βλάπτεται>>, και άλλα σχετικά για τους μοναχούς που, κατά τον ιστορικό, έμοιαζαν ''με παλαιούς ασκούς μη δυναμένους να συντηρήσουν τον νέον οίνον'' γιατί όσα εκήρυττε ο ασκητής ήταν δυσκολοκατόρθωτα πράγματα.

Έπειτα από τη συγγραφή αυτού του κώδικα οι ικεσίες του Χριστόδουλου εισακούονται. Ο Αλέξιος Κομνηνός, ''δια χρυσόβουλου'' χαραγμένου επάνω σε μεμβράνη με τη σφραγίδα και με την ιδιόχειρη υπογραφή του, χαρίζει το 1088 την Πάτμο στον ''ευλαβέστατον'', ως δώρο αιώνιο και αναφαίρετο. Μαζί με την Πάτμο του παραχωρεί τα κοντινά νησάκια Λειψούς, Ναρκίους και Αγαθονήσι, όπως κι άλλα γύρω μικρότερα.

Ακολουθούν και άλλα κατοχυρωματικά διατάγματα για τυχόν επιδρομές Ρώσσων, Βαράγγων, Κουλπίγγων, Ιγγλίνων, Φράγκων, Νεμίτσων, Βουλγάρων, Σαρακηνών, Αλανών Αβασγών ή άλλες προερχόμενες από ιδιωτική επιβουλή, με σκοπό ν’ αθετήσει ''μερικώς 'η καθ' ολοκληρίαν'', όπως γράφει, ''τον παρόντα ευσεβή λόγον της βασιλείας μου, γεγενημένον κατά τον απρίλιον μήνα της ενδεκάτης ινδικτιώνος του ΣΦΞΣ' έκτου έτους ( 1088), εν ώ και το ημέτερον ευσεβές και θεοπρόβλητον υπεσημήνατο κράτος'' + Αλέξιος εν Χριστώ τω Θεώ πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων ο Κομνηνός>>.

Με την ψυχή γεμάτην ιερό ενθουσιασμό και μ’ εξασφαλισμένη τώρα την πραγμάτωση του ονείρου του, ο ιεραπόστολος φεύγει από την πρωτεύουσα του Βυζαντίου παίρνοντας μαζί του πολλά και πολύτιμα αυτοκρατορικά δώρα, που τα προσφέρει ο Αλέξιος Κομνηνός στη μέλλουσα ν’ ανεγερθεί μονή της Πάτμου. Μια περίφημη εικόνα του μεγάλου Ευαγγελιστή Ιωάννη του Θεολόγου, στον οποίο και θ’ αφιερωθεί το μοναστήρι, θησαυρούς από ιερά σκεύη χρυσοποίκιλτα και αδαμαντοκόλλητα, αποστολικά λείψανα, βαρύτιμα τελετουργικά άμφια, χειρόγραφα ευαγγέλια πάνω σε μεμβράνη καταστόλιστα από καλλιτεχνικότατες χρωματιστές και χρυσοποίκιλτες μικρογραφίες έργα αφανών αλλά μεγάλων αγιογράφων του Βυζαντίου, πλουσιότατη συλλογή από αρχαίους χειρόγραφους κώδικες, και άλλα που πολλά από αυτά φυλάγονται ανέπαφα στο θησαυροφυλάκιο και τη βιβλιοθήκης της Μονής, όπως είδαμε πιο πάνω.

Προτού παρακολουθήσουμε το γέροντα Χριστόδουλο στην εκτέλεση του μεγάλου και ιστορικού του έργου, θα ρίξουμε ένα βλέμμα στο νησί της Πάτμου για να ιδούμε σε ποια κατάσταση βρισκόταν εκείνο τον καιρό. Έπειτα από την αναχώρηση του Ευαγγελιστή Ιωάννη, τον πρώτον μ.Χ. αιώνα, και το θάνατό του στην Έφεσο, η Πάτμος, που ως τότε ήταν, όπως ξέρουμε, τόπος εξορίας για τους διαφόρους καταδίκους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, έπεσε για αιώνες στην αφάνεια. Όταν το 904μ.Χ. γίνεται η άλωση της Θεσσαλίας από τους Σαρακηνούς, κάποιο πειρατικό πλοίο γεμάτο αιχμαλώτους, που τους επήγαιναν στην Κρήτη, κυνηγημένο από μεγάλη τρικυμία άραξε στην Πάτμο.

Ένας από αυτούς τους αιχμαλώτους λεγόμενος Ιωάννης Καμενιάτης, που μαζί με όλους τους άλλους υπέφερε πολύ από τη δίψα γιατί το νησί ήταν εντελώς άνυδρο, διηγείται την περιπέτειά του μ’ αυτά τα λόγια: <<…ούτω φερόμενοι, καταντήσαμεν εις τινά νήσον Πάτμον καλουμένη ένθα δη και προσεμείναμεν εξ ημέρας, παντός χαλεπού πείραν εν αυτή καθυπομένοντες, ανύδρου γαρ όντος του τόπου εληίζετο τους αιχμαλώτους η δίψα.>> Ιωάννης Καμενιάτης. Η πληροφορία τούτη μας βεβαιώνει πως δεν εζούσε τότε καμία ψυχή ανθρώπου στην Πάτμο, γιατί αλλιώς οι αιχμάλωτοι των κουρσάρων κάπου θα έβρισκαν νερό να σβήσουν τη δίψα τους. Αλλά πολύ πιο ζωντανή εικόνα του έρημου νησιού μας δίνει η επίσημη καταμέτρησή του από τον αυτοκρατορικό επίτροπο που, ''κατά την αυτοκρατορικήν έγγραφον πρόσταξιν'', ανέλαβε να παραδώσει την Πάτμο στο Χριστόδουλο.

Ο αποσταλμένος γι’ αυτό το σκοπό την περιγράφει έτσι: <<…την νήσον Πάτμον ήν και περιπολήσας εύρον έρημον όλην και κεχερσωμένην και υπό των ακανθών και των άλλων συρφετών συνεσκιιασμένην και άβατον και δια το του τόπου άνυδρον παντάπασιν άνικμον, ουδέ που γαρ ανά πάσαν την νήσον περιπατητικόν ύδωρ 'η καταρρέον ευρεθήσεται, ειμή ολίγα τινά φρέατα, κακείνα του αφθόνου ύδατος κατά πολύ ελλειπόμενα, βία και πολλώ τω κόπω δια το εν αυτή δύσβατον μετρηθείσα, ανεβιβάσθη όλη διόλου μοδίων τρισχιλίων οκτακοσίων εξήκοντα. Εκ ταύτης ούν η κατά βία σπόριμος μοδίων εξακοσίων είκοσι επτά και αύτη υπό των πολλών και συνεχών βουνών συμπεπνιγμένης και τεθλιμμένης, το δε λοιπόν της νήσου ορεινόν και τραχεινόν και άβατον. Αλλα και αύτης της δήθεν σπορίμου μόλις το διά ζευγαρίου ποσούται καμνόμενον εις εκατόν μοδίους και εξήκοντα, το δε λοιπόν ιδρώτι και αίματι δια σκαπάνης και δικέλλης εκ του υπό των πετρών, ως είρηται, συνέχεσθαι και όλως τυγχάνει κρημνώδες και ορεινόν... >>. Η περιγραφή συνεχίζεται με την προσθήκη ότι δεν βλέπει κανείς πουθενά δέντρο, ούτε άγριο, ούτε ήμερο εκτός από είκοσι ξερές αχλαδιές. Όσο για σπίτι δεν υπήρχε παρά ένα πενιχρό οικοδόμημα στην περιοχή όπου ήταν άλλοτε ένας ναός αφιερωμένος στον Ευαγγελιστή Ιωάννη, στον τόπο όπου<< τα θεία και τα άρρητα ρήματα ο μέγας ούτος εμυήθη απόστολος και τα εξαίσια και μεγάλα ετέλεσε θαύματα>>.

Το πρακτικό αυτό της καταγραφής της Πάτμου έγινε τον μήνα Αύγουστο του 1088 κι΄έχει την παρακάτω υπογραφή:

+Νικόλαος, βασιλικός νοτάριος του σεκρέτου του Σακελλαρίου, κριτής και αναγραφεύς των Κυκλάδων νήσων, ο Τζάντζης +.

Σ’ αυτή την κατάσταση παρέλαβε την Πάτμο ο Όσιος Χριστόδουλος όταν έφτασε εκεί με το ποίμνιό του, για να τη μεταβάλει, μέσα σε λίγα χρόνια, σ΄ ένα πνευματικό παράδεισο, σ’ ένα από τα μεγαλύτερα προσκυνήματα της ανατολικής και της δυτικής χριστιανοσύνης. Ως καταλληλότερη θέση για την ανέγερση της μεγάλης μονής ο Χριστόδουλος εδιάλεξε την κορυφή ενός ψηλού λόφου όπου ήταν, στ’ αρχαία χρόνια, ένας ναός της Σκυθίας Αρτέμιδας με το άγαλμά της, αφιερωμένος στη θεά από το γιο του Αγαμέμνονα, τον μητροκτόνο Ορέστη που, κυνηγημένος από της Ερινύες των τύψεων, έφτασε ως εκεί πάνω θέλοντας μ’ αυτή του την πράξη να εξιλεώσει τους θεούς.

Σ’ αυτή την πανοραμική σκοπιά, που δεσπόζει σ’ όλο το νησί και στη γύρω θάλασσα του Αιγαίου, άρχισε ο Χριστόδουλος, αφού εκάλεσε αρχιτέκτονες από το Βυζάντιο, πολλούς μαστόρους και τεχνίτες από τα γύρω νησιά και από την Κωνσταντινούπολη, να θεμελιώσει το φρουριακό και μεγαλόπρεπο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, που το χτίσιμό του είναι σχεδόν σύγχρονο με την οικοδόμηση της βυζαντινής μονής της Κρυπτοφέρης [Grotta ferrata] στην Ιταλία.

Επειδή σ’ ένα χωρίο του χρυσόβουλου λόγου του Αλεξίου του Κομνηνού αναγράφεται, μαζί με άλλα διατάγματα, και ο όρος όσοι λαϊκοί εργάτες που θ’ ασχοληθούν με το χτίσιμο της Μονής είναι νυμφευμένοι να κατοικούν πολύ μακριά από το μοναστήρι, και τούτο για να μην σκανδαλίζονται οι μοναχοί, τον όρον αυτόν τον ετήρησε ο Χριστόδουλος όπως τον ήθελε η αυτοκρατορική εντολή και τον παράδωσε στους μεταγενέστερους. Όταν όμως άρχισαν αργότερα πάλι ν’ απειλούνται τα νησιά του Αιγαίου από νέες πειρατικές επιδρομές, οι νησιώτες με τις οικογένειές τους αναγκάστηκαν να συσπειρωθούν γύρω από το μοναστήρι, για να καταφεύγουν, στην ανάγκη, μέσα στο κάστρο. Έτσι σιγά-σιγά εχτίστηκε η χώρα, που με τον καιρό έγινε μια ολόκληρη πολιτεία με κατάλευκα σπιτάκια κάτω από τον προστατευτικό ίσκιο της μεγάλης Μονής που εστάθηκε πάντα σε όλους σαν στοργική μητέρα.

Πολλές φορές, επειδή η εργασία του τεράστιου αυτού κάστρου με τους τετράγωνους ή στρογγυλούς πύργους και με τις πολυγωνικές κάθετες και λοξές επάλξεις καταντούσε αβάσταχτα σκληρή και βαριά, το εργατικό και πολυπληθέστατο προσωπικό επαναστατούσε και βασάνιζε το γέροντα με την απειλή πως θα το εγκαταλείψει ατελείωτο τον φοβερό τούτον κολοσσό που δεν έμοιαζε με μοναστήρι παρά με γιγάντιο οχυρωματικό έργο. Και αυτοί ακόμα οι αδελφοί μοναχοί, που αναπολούσαν την ωραία κι’ ευχάριστη κοσμική ζωή της Κω και που τώρα βοηθούσαν τους εργάτες της οικοδομής, δυσανασχετούσαν για το βαρύτατο έργο που τους ανάθεσε ο ποιμενάρχης τους πάνω σ’ αυτό το ξερό ερημόνησο.

Αν σκεφτούμε και την έλλειψη του νερού στον τόπο, μπορούμε να φαντασθούμε ύστερα από πόσους σκληρούς και υπεράνθρωπους αγώνες αποπερατώθηκε το πολυδαίδαλο αυτό οικοδόμημα. Όταν αναλογίζεται κανείς αυτή την εικόνα την ''καθόλου γοητευτική''βλέπει, καθώς λέει ο ιστορικός, πως οι σύντροφοι του Χριστοδούλου ''εθλίβοντο επί του βράχου της Πάτμου δια την στέρησιν των απολαύσεων του εν Κω μοναστηρίου αυτών και ελύπουν, δια των μεμψιμοιριών, των αντεγκλήσεων, έτι δε και των αποστασιών αυτών, την ψυχήν του αγίου αναχωρητού''.

Με όλη την πίκρα που ένοιωθε ο Χριστόδουλος όχι μόνον δεν αποθαρρυνόταν αλλά και ο ίδιος βοηθούσε, παρ’ όλα του τα γερατειά, κουβαλώντας στους ώμους του πέτρες, ασβέστη και ό,τι άλλο υλικό μπορούσε, ανεβάζοντάς το στις υπερύψηλες σκαλωσιές του κτηρίου. Εχρειάσθηκαν πέντε χρόνια αδιάκοπης εργασίας για να τελειώσει το μεσαιωνικό όσο και χριστιανικό αυτό μνημείο της οχυρωματικής τέχνης, η κιβωτός αυτή της επαγγελίας που σκορπίζει, πάνω από τους αιώνες, ένα απόρθητο τείχος ενάντια στις βαρβαρικές επιδρομές.

Πιστός θεματοφύλακας των παραδόσεών του ο υψιπετής Χριστόδουλος ανέβασε το μεγάλο του έργο σε κατόρθωμα ανώτερης ιστορικής, πνευματικής και ηθικής περιωπής. Αληθινό φροντιστήριο αρετής, μελέτης και εργασίας. <<Πνευματική ένωσις και συμβίωσις. Τί τούτου λαμπρότερον, υψηλότερον 'η χαριέστερον παρ' ανθρώποις πολίτευμα?>> λέει ο ίδιος, όπως ακόμα μας πληροφορεί ότι ήταν <<κοινοί και οι στέφανοι>>. Ουράνιες οι συμβουλές και παραινέσεις του Χριστοδούλου στην κοινωνία των μοναχών, όπως και αυστηρές οι τιμωρίες στον κάθε ανάξιο αδελφό που, αν δύο ή τρεις φορές δεν μετανοήσει για τα ατοπήματά του, <<ως γάγγραινα και λοιμώδη νόσος ας αποκόψη τούτον ο ηγούμενος του ευαγούς σώματος της αδελφότητος>>.

Μακρά και γεμάτη παραινέσεις, παραγγελίες, κανόνες και αφορισμούς η διάταξη του Λατρηνού στους μαθητές και τους υπηκόους του, από τον πρώτο και τιμιότατο ως τον έσχατο και τον τελευταίο, από τον ηγούμενο ως τον εκκλησιάρχη, τον ταμία, τον κελλαρίτη, τον παρακελλαρίτη, τον μάγειρα, τον τραπεζάριο, τον οινοχόο, τον αρχοντάριο, τον εργοχειράριο κ.λ.π. που πρέπει να συμβιούν με προσήνεια και ιλαρότητα, <<ουδόλως διαφέροντες κατά την αρμονίαν και την λειτουργίαν των μελών του σώματος προς την κεφαλήν>>. Η διάταξη αυτή, που γράφτηκε το Μάη του 1091μ.χ., κι έχει την υπογραφή: + ο ευτελής και αμαρτωλός μοναχός Χριστόδουλος ο Λατρηνός, την παρούσαν μου διάταξιν βεβαιών, ιδιοχείρως υπέγραψα>>, φυλάγεται με άλλα ιστορικά κειμήλια μέσα σε σιδερένια κάσα.

Έπειτα από έξι χρόνια ο Αλέξιος Κομνηνός ανοίγει πόλεμο μ’ έναν τυχοδιώχτη της Δύσης, τον Ροβέρτο Γουϊσκάρδο δούκα της Απουλίας και της Καλαβρίας, που έφτασε ως τα όρια της Θεσσαλίας λεηλατώντας χωριά και πολιτείες. Τότε οι κουρσάροι βρίσκουν ευκαιρία κι’ έρχονται πάλι στα νησιά. Ο Χριστόδουλος μεταναστεύει με την αδελφότητά του στην Εύβοια. <<και φθάνουσιν εκεί ένθα πολλάκις της ημέρας εισρέει προς τα έξω το ύδωρ της θαλάσσης και πάλιν οπισθοχωρούν δημιουργεί στενόν τι θαλάσσης, το οποίον οι αρχαίοι πορθόν του Ευρίπου εκάλεσαν.>>

Το 1104 ο Χριστόδουλος πεθαίνει στη Λίμνη της Ευβοίας, ανάμεσα στην Χαλκίδα και την  Αιδηψό. Είχε εκφράσει την επιθυμία το σκήνωμά του να ταφεί στην αγαπημένη του Πάτμο. Παρ' όλου που οι μαθητές του συναντούν μεγάλην αντίσταση από τους ντόπιους, κατορθώνουν κρυφά και ''διά νυκτός'' να πάρουν το ιερό λείψανο στους ώμους τους και να το φέρουν στην Πάτμο, όπου και το αποθέτουν σε μια ιδιαίτερη κόγχη της εκκλησίας. Αργότερα το έκλεισαν σε μεγαλόπρεπη και καλλιτεχνική ασημένια λάρνακα τάξιμο και δώρο ενός Ισπανού πλοιάρχου που σώθηκε από ναυάγιο έξω από το νησί.

Αυτός είναι με πολύ γενικές γραμμές ο βίος και η πολιτεία του ευλαβικού κτήτορα της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης ιεράς Μονής των Σπονδών, στο ορεινό Ασφενδιού, της Παναγίας των Καστριανών, στο παλαιό πυλί και της ιστορικής Μονής της Πάτμου, που μ’ αυτόν έχουν ασχοληθεί παλαιοί βυζαντινοί χρονικογράφοι όπως και ξένοι ιστορικοί μελετητές των μεσαιωνικών και των νεώτερων χρόνων. Η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία τον ανακήρυξε Όσιον, και πολλοί άγιοι πατέρες, πιστοί θαυμαστές του, του αφιέρωσαν πολυσέλιδη ακολουθία με τροπάρια γεμάτα ποίηση και κατάνυξη.
Τελείται δε η μνήμη αυτού στις 16 Μαρτίου.

ΑΜΗΝ

               πηγή: monitonspondon.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου